Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

Ντυμένη στα χρυσάφια



Μετά από ένα πολύωρο ταξίδι με καράβι (από το Λαύριο) αντικρίσαμε επιτέλους τις ακτές της Λήμνου. Καφετιές, πετρώδεις και απόκρημνες, δεν μας ξάφνιασαν μια και ξέραμε πως επρόκειτο για ηφαιστειογενές νησί.
Η πρώτη αυτή εντύπωση άλλαξε όταν το πλοίο έφτασε στη Μύρινα, μια όμορφη και ήρεμη  πόλη με δυο γιαλούς, τον ρωμαίικο   και τον τούρκικο, τους οποίους χωρίζει ο ψηλός βράχος του Κάστρου, έτσι όπως η θάλασσα του Αιγαίου  χωρίζει τους δυο λαούς.
Ρωμαίικος γιαλός

Το κάστρο

Τούρκικος γιαλός

Αφήνοντας πίσω μας τη Μύρινα για το Πορτιανού (ή Πορτιανό), το τοπίο αλλάζει για μια ακόμη φορά. Καθώς φτάσαμε αρχές Ιουλίου, τα κίτρινα χρώματα από τα θερισμένα σπαρτά φωτισμένα από τον απογευματινό ήλιο έπαιρναν μια χρυσαφένια απόχρωση. Το χρώμα αυτό κυριαρχεί στο τοπίο της Λήμνου – μην ξεχνάμε ότι τροφοδοτούσε με σιτηρά την αρχαία Αθήνα αλλά και το Βυζάντιο. Έτσι, η Λήμνος θα μείνει στην καρδιά μου ζωγραφισμένη μ’ αυτό το χρυσοκίτρινο χρώμα.


Τα χρυσαφιά της Λήμνου


Από τα σημεία αρχαιολογικού ενδιαφέροντος  μας εντυπωσίασαν:
Α)Η Πολιόχνη, πόλη που χτίστηκε στην νεολιθική εποχή του Αιγαίου με το Βουλευτήριό της, -έναν ορθογώνιο χώρο με μερικές κερκίδες ή έδρανα-, το οποίο θεωρείται η πρώτη Βουλή της Ευρώπης. Είναι συγκινητικό να σκέφτεσαι ότι οι άνθρωποι – τόσο παλιά – συγκεντρώνονταν εκεί και συζητούσαν για τα κοινά, έπαιρναν αποφάσεις για το καλό της πόλης τους.


Το Βουλευτήριο στην Πολιόχνη

Β) Το ιερό των Καβείρων, πάνω από γαλαζοπράσινα νερά.

Γ) Η Ηφαιστία (πολλοί την γράφουν Ηφαιστεία), πλούσια και μεγάλη πόλη. Σώζεται το αρχαίο θέατρο, στο οποίο δίνονται και τώρα παραστάσεις. Απολαύσαμε την κουβεντούλα με τον κ. Φώτη, τον φύλακα, ο οποίος αγαπά πραγματικά τον τόπο του και πονάει τα αρχαία. Εκείνος μας μίλησε και για την Λημνία γη, που έβγαινε στην περιοχή, ένα είδος πηλού με κοκκινωπή απόχρωση, το οποίο χρησιμοποιούσαν για θεραπευτικούς σκοπούς, η εξόρυξη του δεν επιτρεπόταν στον καθένα, ήταν ελεγχόμενη, και θεωρείται το πρώτο τυποποιημένο φάρμακο στην ιστορία της ιατρικής. Σήμερα είναι γνωστό το χρώμα Terra Lemnia, ένα κοκκινωπό - καφέ χρώμα( σαν την απόχρωση που ονομάζουμε σάπιο μήλο, θα έλεγα).
Το αρχαίο θέατρο στην Ηφαιστία

Δ)Το Αρχαιολογικό Μουσείο, στεγασμένο σ’ ένα νεοκλασικό, μικρό (μόνο ο πρώτος όροφος λειτουργεί για την ώρα), αλλά σύγχρονο με ωραία παρουσίαση των εκθεμάτων. Μας εντυπωσίασαν τα μαστόμορφα  αγγεία  καθώς και οι μαρμάρινες πλάκες οι οποίες στήνονταν για να σημαίνουν τα υποθηκευμένα κτήματα.

Να πούμε δυο λόγια και για τις παχιές Αμμούδες. Στη μέση του πουθενά, πάνω σ’ ένα βουνό συναντά κανείς μια έκταση καλυμμένη  με άμμο. Μια μικρή έρημος. Εκεί μια οικογένεια Γερμανών άφησε τα μικρά παιδιά της να τσουλήσουν πηδώντας στην αμμουδερή κατηφοριά, ενώ η Ελληνίδα μάνα φώναζε υστερικά «Μηηηη» στο δικό της παιδί , το οποίο βλέποντας τα άλλα να το διασκεδάζουν θέλησε να κάνει το ίδιο.

Ένα άλλο αξιοθέατο του νησιού είναι η Παναγιά η Κακαβιώτισσα. Επειδή μας είπαν ότι έχει δύσκολο και ανηφορικό ποδαρόδρομο ξεκινήσαμε ένα απόγευμα για να πάμε με το αυτοκίνητο μέχρι ένα σημείο και μετά να ανεβούμε με τη δροσιά. Βάλαμε μπρος το GPS και μπήκαμε στο χωματόδρομο. «Σε 50 μέτρα στρίψτε δεξιά», «σε 500 μέτρα στρίψτε αριστερά»... Ο δρόμος γινόταν όλο και πιο κακοτράχαλος ενώ  άρχισε να σκοτεινιάζει, ώσπου σε κάποια στροφή– ο Θεός ή η Κακαβιώτισσα μας τον έστειλε-  συναντήσαμε έναν κεφάτο τσοπάνο με τον γιο του. Σταματήσαμε να πάρουμε πληροφορίες.
«Αυτό σας έφερε από δω;» μας ρώτησε δείχνοντας το GPS και γέλασε κοροϊδευτικά. Έτσι γυρίσαμε πίσω και την άλλη μέρα το πρωί πήγαμε από κει που μας είπε. Φαίνεται δε, πως η Παναγία θέλησε να μας ανταμείψει για την προσπάθειά μας γιατί τόσο όσο ανεβαίναμε -περίπου 40 λεπτά σε σκαλοπάτια-  αλλά και στο γυρισμό είχαμε συννεφιά. Το εκκλησάκι είναι χωρίς σκεπή είναι όμως φωλιασμένο μέσα στο βράχο ο οποίος το σκεπάζει, όπως ένα μαργαριτάρι μέσα στο ανοιγμένο κοχύλι του.  Εκεί, η καλλίφωνη φίλη μας έψαλε την παράκληση στην Παναγία προς μεγάλη ευχαρίστηση των διαφόρων προσκυνητών.
Η Παναγία η Κακαβιώτισσα

Από τα χωριά της Λήμνου ξεχωρίζουμε το Πορτιανού, όπου και μείναμε στο όμορφο πατρικό του Μανώλη, ένα δίπατο σπίτι με μπορντούρες στο χρώμα ακριβώς της Λημνίας γης.

Χωριό με αρχοντικά και περιποιημένα σπίτια, με ένα υπέροχο σχολικό κτίριο και μια ενδιαφέρουσα εκκλησία καθώς και δύο μουσεία: Λαογραφικό και Κέντρο Ιστορικής Ενημέρωσης. Το χωριό  διαδραμάτισε ένα ρόλο στη νεότερη  Ιστορία.  Οι Άγγλοι έφερναν στη Λήμνο, (καθώς  και στην Ίμβρο),  τους στρατιώτες του ΑΝΖΑC (Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς κυρίως) που πολεμούσαν στην Καλλίπολη για να ξεκουραστούν ή να αναρρώσουν. Πολλοί πέθαναν και θάφτηκαν στο χωριό και στο Μούδρο, όπου υπάρχουν και τα δύο συμμαχικά νεκροταφεία της Λήμνου. Στο Πορτιανού ήταν και το στρατηγείο του Τσόρτσιλ.
Υπάρχει επίσης και ρωσικό νεκροταφείο όπου είναι θαμμένοι Ρώσοι του Λευκού στρατού, οι οποίοι κατέφυγαν στη Λήμνο μετά την ήττα των Κοζάκων στη μάχη της Κριμαίας.  
Στην κεντρική πλατεία του χωριού, κάτω από μια πελώρια μουριά έχει στήσει τα τραπεζάκια της η Δρακότρυπα. Από τα νόστιμα φαγητά που φάγαμε ξεχωρίσαμε το χοιρινό κότσι, το αρνάκι στη γάστρα και τις τηγανητές μελιτζάνες.
Πρέπει να πούμε βέβαια, πως στη Λήμνο φάγαμε καλά, όπου κι αν πήγαμε. Έχουν ντόπια υλικά, κρέατα, τυριά, εξαιρετικά κρασιά, λαχανικά, τα υπέροχα φλωμάρια, παξιμάδια και ψωμιά – σιτοβολώνας, είπαμε, το νησί.
Η Νέα Κούταλη, προσφυγικό χωριό, μας άρεσε επίσης πολύ.  Με άνετους δρόμους, εκκλησία με πολλά κειμήλια που έφεραν από την Κούταλη της θάλασσας του Μαρμαρά και ένα μικρό αλλά πολύ καλοφτιαγμένο μουσείο σπογγαλιείας, στο οποίο μας ξενάγησε η ευγενική κ. Αργυρώ, η οποία στο τέλος  μας φωτογράφισε και  με τον «σίδερα μασάει»  Κουταλιανό (την προτομή του, εννοείται).
Στον Άγιο Δημήτριο ένα όμορφο χωριό πάνω στο δρόμο Μύρινας – Μούδρου ανακαλύψαμε την κ. Φωτεινή και τα έργα των χειρών της. Γλυκά, βενιζελικά και αμυγδαλωτά, φλωμάρια, τυροπιτούδια και σπανακοπιτάκια, όλα με αγνά υλικά. Αφού ψωνίσαμε η κ. Φωτεινή μας πρόσφερε και από ένα δώρο. Γενικά οι άνθρωποι στη Λήμνο σε υποχρέωναν με την ευγένειά τους και τα φιλέματά τους. Ό,τι αγοράζαμε, συνοδευόταν και από μια προσφορά, ένα δώρο, επειδή, λέει, τους προτιμήσαμε.
Στο χωριό Κοντιάς υπάρχει Πινακοθήκη Βαλκανικής Τέχνης, όπου τις μέρες που είμασταν εκεί είχε αναδρομική έκθεση του Λημνιού Ράλλη Κοψίδη.
«Αυτό το νησί παραλίες δεν έχει;» σας φαντάζομαι να αναρωτιέστε καθώς διαβάζετε αυτό το οδοιπορικό, αλλά βέβαια τις άφησα για το τέλος. Μεγάλες και παρθένες οι παραλίες της Λήμνου. Η πιο μικρή, το μικρό Φαναράκι, κοντά στο Μούδρο, είναι σ’ ένα ειδυλλιακό τοπίο με υπέροχα νερά, συγκεντρώνει όμως πολύ κόσμο επειδή μαζί με το μεγάλο Φαναράκι έχει εύκολη πρόσβαση με καλό δρόμο. Οι υπόλοιπες παραλίες προσεγγίζονται από χωματόδρομους, σε αποζημιώνουν όμως με τις αμμουδιές και τα καθαρά νερά τους. Εμείς αφού επισκεφτήκαμε σχεδόν όλες, καταλήξαμε στην παραλία του Εβγάτη, τεράστια παραλία με άμμο μέσα κι έξω από το νερό, με λίγο κόσμο (άνεση στις ξαπλώστρες) και κοντά στο χωριό που μέναμε.


Παραλία Εβγάτη (Ρ. Σταθοπούλου)

Ένα βράδυ στη Μύρινα είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε  τοπικά τραγούδια και να χαρούμε τους όμορφους Λημναίικους χορούς τον περίφημο «Κεχαγιά» και το «Πάτημα», δυστυχώς, όμως, χωρίς ζωντανή μουσική. Απορήσαμε πώς δεν υπάρχουν οργανοπαίχτες σε ένα τόσο πλούσιο κατά τα άλλα νησί.
Εγώ είχα και μια ιδιαίτερη συγκίνηση στη Λήμνο. Είχα την ευκαιρία να αγναντέψω από μακριά την Ίμβρο. Υπήρχαν πάντα δεσμοί μεταξύ των δύο νησιών και θυμάμαι την Ίμβρια μητέρα μου να τραγουδά τον  Κεχαγιά. Την ημέρα που πήγαμε στην Πλάκα, - εκεί είναι το κοντινότερο σημείο των δύο νησιών – η ατμόσφαιρα δεν ήταν καθαρή, τρεις μέρες αργότερα όμως, από την κορυφή του Προφήτη Ηλία στο Πορτιανού η Ίμβρος φαινόταν ολοκάθαρη, με τις απαλές γραμμές της και τα χρώματά της που θα είναι πάντα γαλάζια, όπως κι αν χαράζονται τα σύνορα. Και οι Τούρκοι όταν άλλαξαν το όνομα της σε Γκιοκτσέ αντά δεν πρόσεξαν ότι «γκιοκτσέ» σημαίνει ουράνιος, αλλά και γαλάζιο του ουρανού.
Όταν ξεκίνησα να γράφω τις εντυπώσεις μου από τη Λήμνο, είχα σκοπό να αναφερθώ εν συντομία σ’ αυτά που μας εντυπωσίασαν. Το νησί όμως ήταν γεμάτο εκπλήξεις και δεν μπορούσα να αποσιωπήσω καμιά από αυτές. Να πάτε στη Λήμνο, αν σας αρέσει η ηρεμία, η θάλασσα, ο πολιτισμός, η αρχαιολογία, η ιστορία, το καλό φαγητό, το άρωμα από διακοπές μιας άλλης εποχής.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Η αιώνια ερωμένη, η παντοτινή


Σύντομες είναι  οι "Μικρές αστόλιστες ιστορίες" (Εστία, 2018) της Νίκης Σταυρίδη, το λέει κι ο τίτλος "μικρές", όχι όμως κι "αστόλιστες", όπως μετριόφρονα τις ονόμασε η ίδια. Στολισμένες είναι, με μνήμες και νοσταλγία,  με ήχους από ούτι και λατέρνα, με έρωτα  και συλλογικό φόβο, με ενοχές και απελευθερώσεις, με τη γεύση των ιτσλί, με αγάπες και διαψεύσεις, με στάχτη και καπνούς από παλιά βιβλία…
Μα εκείνο που ξεχωρίζει τις ιστορίες αυτές από άλλα βιβλία που γράφτηκαν για την Κωνσταντινούπολη είναι η ερωτική σχέση της Σταυρίδη με την πόλη αυτή. Κι αυτός ο έρωτας για τη "μήτρα" Πόλη, αυτός ο σεβντάς,  ξεχύνεται σαν χείμαρρος ορμητικός μέσα από τις σελίδες της συλλογής:

"Με γέννησες, με βύζαξες, με ανοιγόκλεισες μέσα στα οστρακοειδή σου - μύδια και στρείδια – για να βυζαίνω το αφροδισιακό τους υγρό και τα μάτια μου να μαθαίνουν το σχήμα του φρούτου σου και τα δόντια να κρατούν  ανάμεσά τους το φωτεινό μαργαριτάρι."

"Πόλη που ζητιάνεψα δεκάρα δεκάρα την αγάπη σου, που ικέτεψα την αποδοχή σου."

 "Πόλη που υποτάχτηκα στους φρουρούς και στους αφέντες σου για να μ’ αφήσεις να σε περπατώ."

"Εσύ ήσουν η γκόμενά μου και σ’ άφησα κι έφυγα. Τώρα, τι να μου κάνεις. Τι κι αν επιστρέφω…"

Και επιστρέφει πάντα η συγγραφέας σ’ αυτή την πιστή - άπιστη ερωμένη, επιστρέφει για ν’ αναζωογονηθεί πατώντας,  ως άλλος Ανταίος, στα χώματά της, να αναβαπτισθεί στα νάματά της σε ένα διαρκές ταξίδι ενηλικίωσης.
Επειδή  είναι και μια πορεία προς την ενηλικίωση αυτές οι ιστορίες:
Με το μικρό κορίτσι που βλέπει τα καράβια με την ελληνική σημαία στο λιμάνι- "Θα πω μυστικά στη φιληνάδα μου, στο σχολείο, ότι σήμερα το πρωί είδα την ελληνική σημαία"- και  την νεαρή έφηβη να διεκδικεί ένα κλειδωμένο συρτάρι στο μπουφέ για να κρύβει όσα γράφει. 
Με τις πρώτες ανησυχίες για τη διαφύλαξη της παρθενιάς, την προσμονή και το φόβο για το σεξ, την έλξη προς τον απαγορευμένο έρωτα με Τούρκο…
Με τον έρωτα που έρχεται όταν πια το κορμί γνωρίζει τι ζητά, αλλά και την ωριμότητα να αρκείσαι ακόμη και σε κάτι φευγαλέο, όπως "να σου ξαναχαρίσει η ζωή μια στιγμή μαζί".
 Με τον στοχασμό για τη θέση των γυναικών, που δεν μας έχουν ικανές  για "μεγάλα σχέδια", αλλά ξέρουμε  "να φτιάχνουμε γλυκό το πικρό νεράντζι" κι αφήνουμε το βιολί – τον "Γκιούλιβερ"- να το αιχμαλωτίσουν τα παιδιά μας, μπορούμε όμως να γίνουμε πολύ σκληρές προς τα πρόσωπα που εξουσιάζουμε.
Και να συνεχίζεται η πορεία αυτή με την επίσκεψη στον οικογενειακό τάφο, ο οποίος είχε πάνω του ένα ανοιχτό μαρμάρινο βιβλίο όπου χάραζαν τα ονόματα των θαμμένων…  "Ξήλωσα τον κισσό, βγήκε το ανοιχτό βιβλίο στη μέση, έπλυνα το μνήμα, πήγα ήρθα στη βρύση. Ήμουν σαράντα χρόνων και. Κάτι άρχισα να καταλαβαίνω από τη λάτρα των τάφων."

Μικρές νυχτερινές μουσικές τα τριάντα τρία διηγήματα και η "νυχτερινή αφιέρωση" που αποτελούν τη συλλογή. Πεζός λόγος, γεμάτος ποίηση. Η ποίηση εξάλλου είναι πανταχού παρούσα, αφού στίχοι του Ορχάν Βελί Κανίκ και του Ναζίμ Χικμέτ, του Πολ Ελιάρ, της Σαπφούς και του Σολωμού, ξεπηδούν κάθε τόσο και στολίζουν κι αυτοί της αστόλιστες ιστορίες, για να μην ξεχάσουμε και τη σκιά του Καβάφη που πέφτει πάνω στις σελίδες τους. Με τον Καβάφη δε, συνειρμικά μου έρχεται στο μυαλό η Αλεξάνδρεια κι ο Λόρενς Ντάρελ. Στο Αλεξανδρινό Κουαρτέτο βλέπει κι αυτός την πόλη σαν μια γυναίκα – ερωμένη. Πόλεις, μωσαϊκά φυλών και παλίμψηστα πολιτισμών, που εμπνέουν τον έρωτα.
Είμαι σίγουρη ότι οι διηγήσεις, έτσι αποκαλεί τις ιστορίες της η Νίκη Σταυρίδη, θα διαβαστούν  με απόλαυση. Λίγοι, - ελάχιστοι ελπίζω-  ίσως να δυσαρεστηθούν επειδή η συγγραφέας τους θίγει κάποια θέματα που ήταν (ή και είναι;) ταμπού. Ναι, κάποια πράγματα ίσως έμεναν στο σκοτάδι, αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν υπήρχαν και δεν ζούσαν τη μυστική ζωή τους κάτω από την επιφάνεια. Νομίζω, ωριμάσαμε αρκετά ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε πια για όλα. Άλλωστε αυτά που γράφει κανείς έχουν αξία αν προκύπτουν από πηγαία συναισθήματα και γνήσιους προβληματισμούς, πράγμα που ισχύει για τις διηγήσεις της συλλογής.