Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Η μαγεία των σινεμά


Πέρσι, αρχές του Σεπτέμβρη, ξεκίνησα να γράφω το παρακάτω κείμενο:
"Πριν από λίγα χρόνια πήγαμε, με μια φίλη μου, να παρακολουθήσουμε μια ταινία σε μια αίθουσα μούλτιπλεξ. Επειδή είχαμε καθυστερήσει λίγο, μπήκαμε βιαστικά στη σκοτεινή αίθουσα, ενοχλήσαμε κάποιους για να καθίσουμε και πέρασε λίγη ώρα μέχρι να αντιληφθούμε ότι παρακολουθούσαμε άλλη ταινία απ’ αυτήν που ήρθαμε να δούμε. Είχαμε μπει σε λάθος αίθουσα!
Ναι, παίζει ρόλο κι η ηλικία, είμαι σίγουρη, πως οι νέοι δεν θα πάθαιναν κάτι τέτοιο. 
Από τότε, όμως, οι αίθουσες αυτές μου αφαιρούν κάτι από την ευχαρίστηση που προκαλεί η παρακολούθηση μιας ταινίας κι όσο μπορώ τις αποφεύγω. Πιστεύω, πως όλο το στήσιμο τους είναι τέτοιο, που σε κάνει να χάνεις ένα μέρος της μαγείας του «πηγαίνω σινεμά» και τις κάνει ψυχρές κι απρόσωπες, τουλάχιστον σ’ εμάς, που γνωρίσαμε τα παλιά σινεμά.
Διάβαζα, πριν από λίγο καιρό, στο βιβλίο του Ρομπέρτο Μπολάνιο κάποιες παρόμοιες σκέψεις και τώρα, μόλις μπήκε ο Σεπτέμβρης τις ξαναθυμήθηκα. Γιατί κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, περιμέναμε με αγωνία να κατέβουν από τη μαρκίζα οι αφίσες με την ομπρέλα πάνω στην οποία έπεφταν μερικές σταγόνες βροχής και την επιγραφή  «Ραντεβού τον Σεπτέμβριο» και ν’ αρχίσουν οι προβολές των νέων ταινιών. Αυτά στην Αθήνα, βέβαια, γιατί στην Πόλη οι κινηματογράφοι δεν έκλειναν το καλοκαίρι, αλλά έπαιζαν δύο ταινίες μ’ ένα εισιτήριο, κι είχες την ευκαιρία να δεις ταινίες του χειμώνα μαζί με νέες παραγωγές.

Γράφει, λοιπόν, ο Μπολάνιο στο  «2666», (Άγρα, 2011) :

«Ήταν ωραίες εκείνες οι αίθουσες, ήταν τα αληθινά σινεμά, έμοιαζαν εκκλησίες, πανύψηλα ταβάνια, μεγάλες κουρτίνες σε χρώμα σκούρο βυσσινί, κολόνες, διάδρομοι με παλιά φθαρμένα χαλιά, πάλκο, καθίσματα πλατείας και θεωρεία, κτίρια χτισμένα την εποχή που το σινεμά ήταν ακόμα εμπειρία θρησκευτικού χαρακτήρα, καθημερινή αλλά και θρησκευτική, που σιγά σιγά τα γκρέμισαν για να χτίσουν τράπεζες ή σούπερ μάρκετ ή τις πολλαπλές αίθουσες σινεμά….  ….Στο χώρο ενός παλιού αληθινού κινηματογράφου χωράνε εφτά μικρές μοντέρνες αίθουσες. Μπορεί και δέκα. ΄Η δεκαπέντε, εξαρτάται. Και δεν υπάρχει πια εκείνη η αίσθηση αβύσσου, δεν υπάρχει πια εκείνος ο ίλιγγος πριν από την αρχή μιας ταινίας…»

Το απόσπασμα αυτό μου έφερε στο μυαλό τις παλιές αίθουσες κινηματογράφου της Πόλης. Γιατί αυτόν τον ίλιγγο τον αισθανόμουν από τη στιγμή που πέρναγα το κατώφλι ακόμη του σινεμά. Όταν, στην Πόλη, έμπαινα στο φουαγιέ του «Γενί Μελέκ» για να δω τον «Γατόπαρδο (Leopar, όπως ήταν ο τίτλος στα Τουρκικά)» του Βισκόντι, και σηκώνοντας το κεφάλι, έβλεπα τον εαυτό μου στους καθρέφτες της οροφής. Αν δε, είχα εξασφαλίσει θέση και στον μεσαίο εξώστη, το Kulup, τότε η συγκίνηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Όταν περνούσα το κατώφλι του αριστοκρατικού "Κονάκ", στο Νισάντας, το οποίο αναφέρει κι ο Ορχάν Παμούκ στα έργα του και το οποίο, σήμερα, δεν υπάρχει πια.
Όταν ανέβαινα τα σκαλιά για το υπέροχο "΄Ατλας" με τους δύο εξώστες και τα θεωρεία, όπου έπαιζαν ταινίες γουέστερν, κυρίως.

Το κτίριο που στέγαζε τον κινηματογράφο "Άτλας"
Ακόμη και το σκοτεινό "Σαράι" είχε τη γοητεία του. Εκεί είδα τη «Σιωπή» του Μπέργκμαν, μαζί με την μαμά μου, η οποία δεν μπορούσε να κρύψει την αμηχανία της.

Η αίθουσα, όμως, που με γοήτευε κι ήταν η αγαπημένη μου ήταν το Εμέκ.

Η αίθουσα του "Εμέκ" με τον εξώστη

Το σινεμά αυτό, για το οποίο οι θαυμαστές του – κι όχι μόνον αυτοί – κινητοποιήθηκαν όταν επρόκειτο να κατεδαφιστεί για να γίνει στη θέση του εμπορικό κέντρο, το περιγράφω και στις «Ποδηλάτισσες».

Το "Εμέκ"
Από τις αθηναϊκές αίθουσες, όσες πρόλαβα εγώ, μόνο το "Αττικόν", το οποίο δυστυχώς δεν υπάρχει πια, μπορούσε να συγκριθεί με τα σινεμά αυτά της Πόλης, πολλά εκ των οποίων είχαν μια παρόμοια μοίρα. Άλλοτε οι φωτιές του παραλογισμού, άλλοτε ο πυρετός της «προόδου», στην Ελλάδα, στο Μεξικό ή στην Τουρκία,  κάνουν στάχτη το παλιό περιμένοντας από την τέφρα να βγει το θαυμαστό καινούριο. Μόνο που το νέο  δεν μπορεί - και δεν θέλει - να μας προσφέρει τη μαγεία του παλιού και στην εποχή μας, αργά αλλά σταθερά, συντελείται πια μια «απομάγευση». 

Το "Αττικόν"

Αυτή έχει κολλήσει στο παρελθόν, θα πουν οι νεότεροι.
Σωστά.
Γιατί, πώς να σου λείψει η μαγεία, αν δεν την έχεις γνωρίσει;"

Θυμήθηκα το κείμενο αυτό, φέτος, όταν, πριν από λίγες μέρες, πήγαμε με φίλους στο Cine Paris, στην Πλάκα. Ευτυχώς, σκέφτηκα, που έχουμε τα θερινά σινεμά, όταν καθίσαμε και είδα δίπλα μας τον φωτισμένο βράχο της Ακρόπολης κι ένα μισοφέγγαρο να αιωρείται από πάνω του, κι αποφάσισα να συνεχίσω το κείμενο, από κει που το είχα αφήσει.
Γιατί, πράγματι, τα θερινά σινεμά δεν έχουν «απομαγευτεί».


Ευτυχώς, λοιπόν, που υπάρχουν τα θερινά σινεμά με το ποπ κορν, με τις κρύες μπύρες και  τα παγωτά. Αυτά που μας προσφέρουν μια ανάσα, μια προσιτή ψυχαγωγία, μια ευκαιρία να δούμε όσες καλές ταινίες χάσαμε το χειμώνα. Τα θερινά σινεμά, τα οποία, στις υπέροχες ταράτσες με θέα, στις καταπράσινες και φροντισμένες αυλές με τη γλάστρα του βασιλικού σε κάθε τραπεζάκι, στα δροσερά, αερικά υπερώα, όπου, ακόμα και με καύσωνα, θα χρειαστείς κάτι να ρίξεις στους ώμους σου, διατηρούν μια δική τους μαγεία. Αυτή τη μαγεία, φαίνεται, ευτυχώς, να την εκτιμούν και οι νεότεροι.
Κι επειδή τα βράδια του Σεπτέμβρη είναι αρκετά ζεστά, για όσους επιθυμούν να γευτούν λίγη ακόμα απ' αυτή τη μαγεία εδώ θα βρείτε  τα θερινά σινεμά της Αττικής, κι εδώ της Θεσσαλονίκης.

Αφού είχα ανεβάσει αυτή την ανάρτηση, έγιναν τα εγκαίνια μιας έκθεσης με τίτλο "Μεγάλη Οθόνη", όπου σημαντικοί σύγχρονοι καλλιτέχνες εκθέτουν έργα τους με θέμα τα θερινά σινεμά αλλά και έργα εμπνευσμένα από ταινίες. Πληροφορίες εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου