Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

«Πολλά τα λεφτά, Άρη»

Όταν η Τζάκι παντρεύτηκε τον Ωνάση, η μητέρα μου, παραφράζοντας τη γνωστή φράση, είχε πει : «Την δόξαν πολλοί εμίσησαν, το χρήμα ουδείς». Αν και μεγάλωσα μ’ έναν πατέρα, ο οποίος ως καλλιτέχνης, ελάχιστη σημασία έδινε στο χρήμα, στο σπίτι μας παίρναμε λαχείο και θυμάμαι με τι ελπίδες περιμέναμε να μας χαμογελάσει η τύχη.
Ποιος είναι εκείνος που δεν έκανε όνειρα, αναλογιζόμενος πώς θα ξόδευε τα λεφτά,  αν του έπεφτε μια κληρονομιά από έναν ξεχασμένο θείο, αν κέρδιζε στο λαχείο ή στο Λόττο, αν ανέβαιναν ξαφνικά οι μετοχές του στο χρηματιστήριο, αν…  

Αν όμως τα χρήματα που μας πέσουν είναι ξένα; Αν ανήκουν σε κάποιον άγνωστο που τα έχασε;

Τι θα κάνατε, αλήθεια,  αν βρίσκατε μια βαλίτσα με λεφτά, ένα τσαντάκι παραφουσκωμένο με χαρτονομίσματα, μια μαξιλαροθήκη τίγκα στο δολάριο;  

Θα ψάχνατε να βρείτε σε ποιον ανήκουν τα χρήματα ή θα το θεωρούσατε έργο της Θείας Πρόνοιας, η οποία αποφάσισε επιτέλους, ν’ ασχοληθεί μαζί σας και θα τα κρατούσατε;

Θα σκεφτόσασταν ότι ίσως να τα έχασε κάποιος με μεγαλύτερες ανάγκες από τις δικές σας και θα τα παραδίδατε στην αστυνομία ή θα κάνατε το κορόιδο, σκεπτόμενοι τις τρύπες που θα καλύψετε μ’ αυτά;

Μήπως στην απόφασή σας θα έπαιζε ρόλο το ... μέγεθος του "πακέτου" που βρέθηκε μπροστά σας; 
«Πολλά τα λεφτά, Άρη», είπε ο Σπύρος Καλογήρου απευθυνόμενος στον Νίκο Κούρκουλο, στη γνωστή ατάκα από την ταινία «Λόλα». Όταν πρόκειται για ένα ποσόν που μας υπερβαίνει, ο πειρασμός είναι μεγαλύτερος.

Θα ήταν πιο εύκολο να κρατήσετε το χρήμα αν γνωρίζατε πως είναι προϊόν παράνομης δραστηριότητας;

Μήπως θα σας απασχολούσε το παράδειγμα που θα δίνατε στα παιδιά σας από την όποια απόφασή σας, η γνώμη που θα σχημάτιζε για σας το έτερον σας ήμισυ, οι φίλοι σας, οι γνωστοί σας;
Τι θα σας τρόμαζε περισσότερο; Να σας πουν "ανέντιμο" ή να σας χαρακτηρίσουν "μαλάκα";  

Οι ήρωες τριών βιβλίων, που έτυχε να διαβάσω το ένα κατόπιν του άλλου, αντιμετωπίζουν παρόμοιες καταστάσεις.

Ένας εκατοντάχρονος γέρος βρίσκει μια βαλίτσα γεμάτη με λεφτά, στο διασκεδαστικό μυθιστόρημα του Σουηδού Γιούνας Γιούνασον, «Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε απ’ το παράθυρο κι εξαφανίστηκε» (Ψυχογιός, 2013).


Οι εξωφρενικές περιπέτειες του παράξενου γεράκου είναι ξεκαρδιστικές, ως χαρακτήρας όμως, βρήκα πως είχε και μια τραγική διάσταση.
Όσο για  το μυθιστόρημα, αν και μοιάζει με φάρσα, προκαλεί σοβαρές σκέψεις για τον τρόπο που πρέπει ν’ αντιμετωπίζει ο καθένας από μας,  τη ζωή και τις ανατροπές της…

Στο δεύτερο βιβλίο, γραμμένο μέσα στην καρδιά της ελληνικής κρίσης, την εποχή των αγανακτισμένων, ο ήρωας, ένας ταξιτζής, βρίσκει ξεχασμένο στο ταξί του ένα τσαντάκι μ’ ένα σεβαστό ποσόν, ικανό να λύσει όλα του τα προβλήματα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη, «Η πόλη και η σιωπή», (Εκδόσεις Καστανιώτης, 2013).


Με χειρουργική ακρίβεια, ο Τζαμιώτης, ανατέμνει την κρίση, εξερευνά όλες τις πτυχές του κοινωνικού γίγνεσθαι που μας έφεραν ως εδώ, μοιράζει ακριβοδίκαια στον καθένα το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί. Η ζοφερή ατμόσφαιρα της πληγωμένης Αθήνας, τα στιγμιότυπα από τις σκηνές καθημερινής τρέλας που ζει ο ταξιτζής στις διαδρομές του, ο αγώνας για την επιβίωση, την αξιοπρέπεια, την οικογενειακή ευτυχία, είναι το σκηνικό, μέσα στο οποίο ο ήρωας αντιμετωπίζει διλήμματα σαν αυτά που αναφέραμε πιο πάνω.  Παρά την πικρή πραγματικότητα που στήνει μπροστά στα μάτια μας ο συγγραφέας, όταν έκλεισα το βιβλίο ένοιωθα ικανοποιημένη.
Το συνιστώ, εκτός των άλλων, και για τα πολύ ωραία και προσεγμένα Ελληνικά του.

Το τρίτο βιβλίο είναι η «Γλυκιά αιωνιότητα» (Οξύ, 2010)  του Τζορτζ Πελεκάνος.


Εδώ, ένας υπάλληλος μιας εταιρείας που επισκευάζει πλυντήρια, στην Ουάσιγκτον,  γίνεται μάρτυς ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος και βουτάει απ' το φλεγόμενο αμάξι μια μαξιλαροθήκη γεμάτη χρήμα. Χρήμα, όμως, το οποίο προέρχεται από εμπόριο ναρκωτικών… Έτσι ο άνθρωπός μας μπλέκεται με συμμορίες και διεφθαρμένους αστυνομικούς, εμπλέκει όμως κι αθώους βιοπαλαιστές που προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Ωραία πλοκή κι ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Στην προσπάθεια του όμως να μας μπάσει στο κλίμα της εποχής και του τόπου, ο συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρειες σκηνές από τους αγώνες του  κολλεγιακού πρωταθλήματος μπάσκετ του 1986, ενώ οι ήρωες, καλοί και κακοί, περιφέρονται "τσιτωμένοι", αφού δεν σταματούν  να σχηματίζουν λοφάκια κοκαΐνης, να χαράζουν γραμμές και να σνιφάρουν. Η επιμονή σ' αυτά τα στοιχεία ήταν από κουραστική έως εκνευριστική. 


Τέλος, αυτό που  συνειδητοποίησα διαβάζοντας  τα τρία, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, βιβλία είναι, πως όταν «είναι πολλά τα λεφτά» κουβαλούν μαζί τους και πολλούς μπελάδες. Γι αυτό, αν πέσει στο δρόμο μου ένα τσουβάλι  με λεφτά, εγώ θα προσπεράσω… Λέμε, τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου