Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Μήνυμα απ' τ' άστρο

«Εκ της Περσίας έρχονται τρεις Μάγοι με τα δώρα,
Άστρο λαμπρό τους οδηγεί χωρίς να λείψει ώρα»,
μας τραγουδάνε τα παιδιά κάθε χρόνο με τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα.




Ο έναστρος ουρανός μας γοητεύει κι από παλιά οι άνθρωποι έψαχναν να βρουν μια εξήγηση για τον Κόσμο, αλλά και την ίδια την ύπαρξή μας, στ’ άστρα. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πίστευαν στη θεά Νουτ, την οποία απεικόνιζαν ως γυναίκα με επίμηκες και κυρτωμένο σώμα, στηριζόμενη στη γη μόνο με τα άκρα των δαχτύλων των ποδιών και των χεριών. Η κοιλιά της, γεμάτη αστέρια σχημάτιζε τον ουράνιο θόλο. 

Ο Όμηρος κι ο Ησίοδος μας λένε ότι η Γη είναι ένας επίπεδος δίσκος, ο οποίος από πάνω έχει τον Ουρανό που την σκεπάζει σαν ημισφαιρικός θόλος και από κάτω τα Τάρταρα σχηματίζοντας έναν είδος συμμετρικού θόλου με τον Ουρανό.
Η εικόνα είναι από τα "Κοσμολογικά"

Ο Πλάτωνας πάλι, στον Τίμαιο, υποστηρίζει πως ο Δημιουργός, όταν έφτιαξε τον Κόσμο επινόησε και τον Χρόνο. Για τη μέτρηση του Χρόνου, όμως, δημιούργησε τον Ήλιο και τους άλλους πλανήτες.   Και μέχρι σήμερα ο τρόπος που μετράμε το χρόνο στην καθημερινή μας ζωή δεν έχει αλλάξει.
 
Η μινιατούρα είναι έργο του Ν. Παλαιό
Να λοιπόν, πώς ο Άχρονος, συνδέεται με τον Χρόνο: με τ’ αστέρια.

«… και ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτοὺς ἕως ἐλθὼν ἐστάθη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον». 
Ένα αστέρι, σημαδεύει, κατά τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, και τον τόπο όπου πραγματοποιήθηκε η είσοδος του Άχρονου μέσα στον Χρόνο.

Οι επιστήμονες κατάφεραν να πάρουν μηνύματα απ’ τ’ άστρα αναλύοντας το φως που εκπέμπουν και ακούγοντας τη μουσική τους. Προσπάθησαν, ακόμη,  να ερμηνεύσουν επιστημονικά το χριστουγεννιάτικο αστέρι με διάφορες θεωρίες. 
Μετέωρο ή κομήτης;
Ένας λαμπερός πλανήτης ή μια σύνοδος πλανητών;
Νόβα ή σουπερνόβα;
Ή μήπως ένα ανεξήγητο φαινόμενο, ένα θαύμα;

Ό,τι κι αν πιστεύει ο καθένας, το άστρο των Χριστουγέννων, μιλά και μας στέλνει τα δικά του μηνύματα:

Μας μιλά για την ανθρώπινη περιέργεια, αυτή που μας κάνει να προχωράμε πέρα απ’ τα όριά μας, όπως έκαναν οι Μάγοι. Αυτή που μας ωθεί συνεχώς να ανακαλύπτουμε νέα πράγματα για τον Κόσμο μας. Αυτή που καθορίζει τους στόχους μας, αυτή που μας παρακινεί να ψάχνουμε για νέες αλήθειες γύρω, αλλά και μέσα μας.

Μας λέει ακόμη το άστρο να τολμήσουμε. Ν’ αφήσουμε τη σιγουριά του βολέματος και ν’  ακολουθήσουμε μια παρόρμηση, μια φαεινή ιδέα. Μπορεί να αποτύχουμε, αλλά θα έχουμε δοκιμάσει, δοκιμαστεί, και θα γίνουμε πλουσιότεροι σε  εμπειρίες. Η τύχη άλλωστε, βοηθάει τους τολμηρούς κι όπως έλεγε η Ιμβριώτισσα  γιαγιά μου: «Όποιος γυρίζει, μυρίζει κι όποιος κάθεται, βρωμάει…»

 «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός…» λέει ένας χριστουγεννιάτικος ύμνος.  

Η μινιατούρα είναι έργο του Ν. Παλαιό

Πού οδήγησε τους Μάγους το αστέρι;
Τους έφερε μπροστά σ’  ένα ταπεινό σπήλαιο κι όχι σ’ ένα λαμπερό παλάτι. Η φτωχική φάτνη δεν είναι ένα σύμβολο που απέχει πολύ από τα καταναλωτικά πρότυπα της εποχής μας;
Είναι άραγε ένα μήνυμα, μια προτροπή για να είμαστε λίγο πιο ταπεινοί, λιγότερο αλαζόνες;
Σ’ όλα τα επίπεδα.
Στην καθημερινή μας ζωή απέναντι στον σύντροφο της ζωής μας, στα παιδιά μας, στους φίλους μας, στους συναδέλφους μας …
Στην αντιμετώπιση των προβλημάτων της χώρας μας. Με λιγότερη υπεροψία και λιγότερο αυτοθαυμασμό εκ μέρους των πολιτικών μας, ίσως να είχαμε καλύτερη μοίρα.
Αλλά και σε οικουμενική κλίμακα, με περισσότερη ταπεινοφροσύνη και κατανόηση απέναντι στους φτωχούς και στους κατατρεγμένους λαούς, σ’ αυτούς που δοκιμάζονται από πολέμους κι άλλες συμφορές.
Μήπως είναι ένα σπρώξιμο για να συνειδητοποιήσουμε  πως η άκρατη αλαζονεία απέναντι στη φύση, στα έμψυχα, τα ζώα και τα φυτά, όπως και στα άψυχα, τους φυσικούς πόρους – τους οποίους ελαφρά τη καρδία κατασπαταλήσαμε - , μας οδηγεί σε μια υποβάθμιση του περιβάλλοντος; Αν σκύβαμε με ταπεινότητα πάνω στα αγαθά που απλόχερα μας πρόσφερε η φύση, μήπως τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά; 

Ας ευχηθούμε ο κάθε άνθρωπος πάνω στη Γη, να διαβάσει σωστά τα μηνύματα του άστρου των Χριστουγέννων και τότε ίσως έρθει επιτέλους  «…επί γης ειρήνη και εν ανθρώποις ευδοκία ».
Καλές γιορτές!


Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Επτά σκέψεις για την Ιστορία

(1)

«Λοιπόν, αυτό που θέλω είναι Γεγονότα. Να διδάξετε σ’ αυτά τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, Γεγονότα, τίποτ’ άλλο…»

Το βιβλίο «Δύσκολα χρόνια» του Τσαρλς Ντίκενς, αρχίζει με την παραπάνω προσταγή, την οποία απευθύνει ο Τόμας Γκραντγκράιντ στον δάσκαλο του σχολείου.

Είναι η Ιστορία μια απαρίθμηση ξερών γεγονότων;
 «Όχι», απαντά ο Ε.Η. Carr, στο βιβλίο του «Τι είναι η Ιστορία».
Τα γεγονότα, υποστηρίζει, επιλέγονται και γίνονται σημαντικά επειδή ο ιστορικός θεωρεί κάποια γεγονότα άξια λόγου. Στη συνέχεια αυτά ερμηνεύονται από τον ιστορικό, ο οποίος προσπαθεί να κατανοήσει πώς αυτά συνδέονται μεταξύ τους, κάνει υποθέσεις και καταλήγει σε συμπεράσματα, ακριβώς όπως ένας ντετέκτιβ ερευνά μια υπόθεση.
Μπορεί το γεγονός το ίδιο να είναι απόλυτο, η ερμηνεία του, όμως, μπορεί να είναι διαφορετική, γιατί ο κάθε ιστορικός επηρεάζεται από το περιβάλλον και την κοινωνία, στην οποία ζει.
Είναι, λοιπόν, πολύ δύσκολο να έχουμε μια αντικειμενική ιστορία.
Όπως υποστηρίζει ο Γιώργος Κόκκινος στο βιβλίο του «Από την Ιστορία στις Ιστορίες», (Ελληνικά Γράμματα, 1998),  για να είναι σε θέση ο ιστορικός να προσπελάσει με γόνιμο και κριτικό τρόπο το παρελθόν πρέπει να αποκωδικοποιήσει σωστά τις πηγές του. Ένας από τους τρόπους με τους οποίους  το πετυχαίνει αυτό είναι η ιδεολογική αποφόρτιση.
Νομίζω πως πολλές φορές οι ιστορικοί δεν καταφέρνουν αυτή την «ιδεολογική αποφόρτιση», αλλά τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζονται ανάλογα με τις σκοπιμότητες που υπηρετεί ο καθένας τους.

(2)

Ένα από τα πρώτα ποιήματα που έμαθα μικρή ήταν το «Φεγγαράκι μου λαμπρό». Την ίδια εποχή μου έδειξε ο πατέρας μου, τον πίνακα του Γκύζη «Κρυφό σχολειό».

Αργότερα, όταν η Τουρκική Κυβέρνηση έκλεισε τα ελληνικά σχολεία στην Ίμβρο, έζησα μια σύγχρονη εκδοχή του κρυφού σχολειού: Είδα παιδάκια του Δημοτικού να πηγαίνουν το βραδάκι στους δασκάλους, οι οποίοι είχαν απολυθεί από τα σχολεία, για να μάθουν τα Ελληνικά με τα βιβλία τους κρυμμένα σ’ ένα καλαθάκι, σαν να μετέφεραν αυγά ή ντομάτες…
Έπρεπε να γίνω πενήντα χρόνων, όμως, για να μάθω, σ’ ένα σεμινάριο, από καθηγητή της Ιστορίας – ερευνητή, πως το κρυφό σχολειό δεν υπήρξε, αλλ’ είναι ένας μύθος.

(3)

Βαθύ, πολύ βαθύ, είναι το πηγάδι του παρελθόντος. Μήπως θά ’πρεπε να πούμε, απύθμενο;»,
αναρωτιέται ο Thomas Mann στο μυθιστόρημά του «Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού».

Πού βρίσκεται, λοιπόν, η αλήθεια;
Υπήρξε το κρυφό σχολειό ή είναι κατασκεύασμα κάποιων ιστορικών;
Έγινε πράγματι ο χορός του Ζαλόγγου ή πρόκειται για μύθο;
Και τι να πει κανείς για τον περίφημο «συνωστισμό»;
 Σκοτώθηκε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος πολεμώντας στα τείχη της Πόλης ή έφυγε κρυφά για να σωθεί; Τι θα γινόταν αν βρισκόταν ένα ντοκουμέντο που να αποδεικνύει το δεύτερο;
Το φανταστικό αυτό ερώτημα θέτει ο Νίκος Θέμελης στο βιβλίο του «Οι αλήθειες των άλλων» και πιστεύει πως θα το αποσιωπούσαμε γιατί δεν θα ταίριαζε με τον μύθο που έχουμε πιστέψει.

(4)
  
Ποια Ιστορία, λοιπόν,  να διδάξει κανείς στα παιδιά;
Άκουσα κάποιους ιστορικούς, στην τηλεόραση, να λένε πως η τάση στις σχολικές Ιστορίες είναι, πολλά πράγματα να στρογγυλεύονται για να μην δημιουργούν στερεότυπα για τον «άλλο» και να μην μπολιάζουν με μίσος τις καρδιές των μικρών μαθητών.
Από την άλλη πλευρά τα παιδιά,  ειδικά στις μικρότερες ηλικίες, χρειάζονται ιδανικά, έχουν ανάγκη από ήρωες. Η Ιστορία που θα διδαχθούν θα διαμορφώσει την ταυτότητά τους. Κι είναι επίσης γνωστό, πως η Ιστορία ανέκαθεν χρησιμοποιείται ώστε να διαμορφώνει εθνική ταυτότητα.
Αν, όμως, νομιμοποιείται η  χρήση της σχολικής Ιστορίας γι αυτό το σκοπό, τότε της αφαιρείται η αντικειμενικότητα.
Φαύλος κύκλος;
(5)

Συμφωνώ μ’ αυτούς που λένε πως η Ιστορία πρέπει να λέει την αλήθεια. Δεν μπορούμε να στηρίζουμε την παιδεία μας, την συγκρότηση της ταυτότητάς μας σε μύθους και ψέματα.
Θα μου πείτε, και τι έγινε που εσύ μεγάλωσες μ’ όλους αυτούς τους μύθους;
Πράγματι, οι μύθοι είναι τόσο ωραίοι, σε ανεβάζουν, σε κάνουν περήφανο για την πατρίδα και τους προγόνους σου. Και δεν νομίζω ότι αυτό μ’ έκανε εθνικίστρια, παρά τα όσα ζήσαμε στην Πόλη και στην Ίμβρο.
Αλλά, αν το παρελθόν μας δεν είναι ακριβώς έτσι, όπως το μάθαμε, θα πρέπει ν’ αντέξουμε τη διάψευση.
Ευτυχώς, στην ιστορία μας έχουμε πάμπολλα υπαρκτά γεγονότα αγώνων και  ηρωισμών, αρκετά για να τονώσουν τον πατριωτισμό των παιδιών μας χωρίς να υπάρχει λόγος να σπείρουμε στο κεφάλι τους τον κακό σπόρο του εθνικισμού – γιατί δυστυχώς, τελευταία, συγχέουμε αυτά τα δύο.
Επειδή, όμως, οι μύθοι πάντα στηρίζονται σε κάποια πραγματικά γεγονότα και περιέχουν σημαντικά διδάγματα, δεν θα τους απέρριπτα.


Μπορεί να μην έπεσαν χορεύοντας οι γυναίκες στο Ζάλογγο, ο μύθος όμως μας δείχνει πως υπάρχουν αξίες πάνω από την ίδια τη ζωή μας. Οι γυναίκες προτίμησαν το θάνατο από την ατίμωση.
Και το κρυφό σχολειό μπορεί να μην ήταν, ίσως τόσο διαδεδομένο, αλλά στην ύπαιθρο που δεν υπήρχαν σχολεία, έστω και αν δεν απαγορεύονταν,  τα γράμματα τα μάθαιναν στις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Κι ο "μύθος" αυτός, τονίζει  την αξία των γραμμάτων. Κι ίσως τα ακούσματα αυτού του μύθου έκαναν τους αγράμματους γεωργούς και κτηνοτρόφους στην Ίμβρο, να διακινδυνεύουν για να στείλουν τα παιδιά τους στους δασκάλους.

(6)

Από την άλλη πλευρά, γιατί να αποφορτίζουμε και να υποβαθμίζουμε τα γεγονότα που αποτελούν σημεία τριβής με τα γειτονικά κράτη;  Αυτό συμβαίνει όταν αναφέρονται μεν τα γεγονότα, με λέξεις, όμως, προσεκτικά επιλεγμένες, ώστε να τα αποφορτίζουν από την ένταση που περικλείουν και να μην μεταδίδουν τη δραματικότητα τους («Συνωστισμός» στην προκυμαία, «απομάκρυνση» των Ιταλών).
 Τα παιδιά, τα οποία έχουν κι άλλες πηγές πληροφόρησης, μπορούν να κρίνουν πέρα από την όποια «στρογγυλοποίηση» ενός γεγονότος και να νιώσουν τις αιχμηρές γωνίες του.
Πώς μπορεί να πείσει κανείς ένα παιδί, πως το Ολοκαύτωμα, δεν έγινε; Όταν έχει δει τόσα ντοκιμαντέρ κι έχει ακούσει τόσες μαρτυρίες επιζώντων από τα στρατόπεδα των Ναζί με τους αριθμούς χαραγμένους ανεξίτηλα στο πετσί τους;
Ποιο παιδί που θα παρακολουθήσει το συγκλονιστικό φιλμ, αυτό που τράβηξαν από τα συμμαχικά πλοία για την καταστροφή της Σμύρνης, δεν θα καταλάβει τι ήταν ο «συνωστισμός»;

Και είναι ποτέ δυνατόν ένα παιδάκι που μεγάλωσε σε οικογένεια Ποντίων κι έχει ακούσει μαρτυρίες από παππούδες και γιαγιάδες για τη γενοκτονία τους, να πιστέψει κάτι άλλο;
Είναι σαν να μου πει κάποιος,  πως το Βαρλίκι – το οποίο υπέστη ο πατέρας μου – δεν ήταν μια οικονομική γενοκτονία, όπως τη χαρακτηρίζουν σήμερα, με στόχο να αφανίσει οικονομικά τις μειονότητες,  ή πως τα  γεγονότα του 55, τα οποία έζησα η ίδια, δεν έγιναν.

(7)

Κι επειδή δεν μπορεί κανείς να κρυφτεί απ’ τα παιδιά, ίσως εκείνο που έχει πραγματικά σημασία είναι η παιδεία που θα τους προσφέρουμε να τα κάνει να αγαπήσουν τον άνθρωπο. Κι αν το καταφέρουμε αυτό, τότε δεν θα πρέπει να φοβόμαστε μήπως η διδασκαλία της Ιστορίας προκαλέσει μετάλλαξη του πατριωτισμού τους σε εθνικισμό, είτε πως θα γίνουν λιγότερο πατριώτες αν μάθουν κάποιες οδυνηρές αλήθειες.

Εξάλλου ο πατριωτισμός είναι βαθιά εγγεγραμμένος στην παράδοσή μας, πράγμα που το εκφράζει πολύ όμορφα ο ποιητής Ιωάννης Πολέμης. Η μάνα που αποχαιρετά το γιο της, του συγχωρεί όλα τα σφάλματα, τα οποία δυνητικά μπορεί να διαπράξει εκεί στα ξένα, εκτός από ένα:

«Μ’ αν την πατρίδα απαρνηθείς που τη λατρεύουμε όλοι
Να’ ναι η ζωή σου όπου κι αν πας αγκάθια και τριβόλοι»

Ο σωστός πατριώτης αγαπά την πατρίδα του. Η αγάπη αυτή, όμως, είναι ανοιχτή στην αλληλεγγύη και για όσους είναι έξω από την πατρίδα.
Ίσως, λοιπόν, αυτό που κυρίως χρειαζόμαστε είναι μια μαθητεία στην ανθρωπιά.

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Φωτισμένα παράθυρα

Ατενίζοντας τον έναστρο ουρανό, μια νύχτα στη Σάμο, όπου η απουσία των φώτων του πολιτισμού έκανε ορατό και το μικρότερο αστεράκι, ξεκινήσαμε μια συζήτηση για τον αρχέγονο φόβο του ανθρώπου απέναντι στο σκοτάδι και την λατρεία του φωτός…  Για τον τρόπο που συνέδεσε το σκότος με το Κακό και το φως με το Καλό… Μέχρι και τον Πόλεμο των Άστρων θυμηθήκαμε, όπου η Σκοτεινή πλευρά της Δύναμης αντιπροσωπεύει όλα τα αρνητικά συναισθήματα...
Η συζήτηση αυτή αναδύθηκε στη μνήμη μου καθώς κοίταζα τις φωτογραφίες του Νίκου Βατόπουλου, οι οποίες εκτίθενται στην Αίθουσα Τέχνης Ena (Βαλαωρίτου 9γ, Αθήνα), σε μια έκθεση με τίτλο «Η Αθήνα ενός αθηναιογράφου».
Και είναι,  πράγματι, ένας επίμονος αθηναιογράφος ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος, ένας από τους λίγους λάτρεις αυτής της πόλης, οι οποίοι της έχουν μείνει πιστοί, καθώς αυτή αλλάζει και γίνεται «σκοτεινότερη».

Αγίου Κωνσταντίνου

Περιδιαβάζοντας στους δρόμους της Αθήνας, ο Νίκος Βατόπουλος κοιτάζει  με το δικό του βλέμμα -  χαϊδεύει, θα έλεγα - τους φθαρμένους τοίχους, τις σκουριασμένες σιδεριές, τις σκοτεινές γωνιές, κι ανακαλύπτει το φως. Το φως, που πέφτει σαν λοξή ηλιαχτίδα στην ανήλιαγη στοά ή σαν αντανάκλαση από έναν φανοστάτη στα κλαδιά ενός δέντρου για να το μεταμορφώσει σε κάτι μαγικό, το φως που φέγγει στις εισόδους των παλιών πολυκατοικιών και φωτίζει τα  κλιμακοστάσια, αυτά τα τόσο λιτά και τόσο αρχοντικά. Το φως, τέλος,  που βγαίνει από ένα φωτισμένο παράθυρο και θερμαίνει με τη θαλπωρή του την καρδιά του διαβάτη που περνά βιαστικός στο σκοτεινό δρόμο.

Σίνα

Στάθηκα στις νυχτερινές, κυρίως, φωτογραφίσεις, γιατί αυτές είναι που μ’ έκαναν να σκεφτώ το παρόν και το μέλλον αυτής της πόλης, αυτής που τόσο υμνήθηκε στο παρελθόν και τόσο κατηγορείται σήμερα για το κατάντημά της.
Κι είναι ελπιδοφόρες για το μέλλον της Αθήνας οι φωτογραφίες αυτές. Ένας Τζεντάι της Αθήνας ο Νίκος Βατόπουλος, χρησιμοποιεί τη Φωτεινή πλευρά της Δύναμης, επιμένει στην ανάδειξη του ωραίου μέσα απ’ την ασχήμια και  μας φανερώνει την κρυφή γοητεία αυτής της ταλαιπωρημένης πόλης. 
Ονοματίζοντας τους δρόμους στη λεζάντα των φωτογραφιών μας γνωρίζει πού ακριβώς βρίσκεται το κάθε τι, το ορίζει, του δίνει ταυτότητα και μας μαθαίνει πώς να το αγαπήσουμε. Όπως τα παιδιά, μετά από ένα πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης στο σχολείο, αγάπησαν τα αγριολούλουδα των οποίων είχαν μάθει το όνομα και πρόσεχαν να μην τα πατήσουν.
Σ’ αυτούς λοιπόν που απελπίζονται για την κατάντια της Αθήνας, για τα κλειστά μαγαζιά, για τις βρώμικες κι εγκαταλειμμένες πολυκατοικίες, για τα όμορφα παλιά σπίτια που αφέθηκαν να ρημάζουν, για τη «σκοτεινιά» που φαίνεται να καλύπτει τους δρόμους της, προτείνω τα φωτισμένα παράθυρα του Νίκου Βατόπουλου.  Αυτά που έρχονται να ρίξουν τη θερμή αχτίδα της ελπίδας και μας υπόσχονται, πως όσο υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται τίποτα δεν έχει χαθεί.

Καρνεάδου

Και σ’ όσους αγωνιούν κι αναρωτιούνται «Τι θ’ απογίνει λοιπόν αυτή η πόλη;» απαντώ με τα λόγια του Βασίλη Καραποστόλη, ο οποίος  στο βιβλίο του «Χειροποίητη πόλη, η Αθήνα ανάμεσα στο ναι και στο όχι» (Αλεξάνδρεια 1995) γράφει, πως η πόλη «επαφίεται πια σ’ εκείνους, τους ελάχιστους, που ακόμα κι αν όλα τα έχασαν, φαίνεται πως όλα τα ξαναβρίσκουν» και τους ζητά «λίγες ικμάδες της δύναμής τους», «ένα απονενοημένο διάβημα γενναιοδωρίας». Ο Νίκος Βατόπουλος είναι ένας απ’ αυτούς τους ελάχιστους που ανταποκρίνονται στην επίκληση αυτή της Αθήνας και πασχίζει  να γίνουν περισσότεροι αυτοί που νοιάζονται.
Η έκθεση θα είναι ανοικτή ως τις 28 Ιουνίου.
(Ώρες λειτουργίας:
Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή : 11.00 -21.00,

Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο: 11.00 – 16.00) 

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Για της Πόλης τη χαμένη ψυχή

Διάβασα ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα, το οποίο μας ήρθε εκ Τουρκίας, με τον παράξενο τίτλο «Ξυλόκερκος πόρτα» (Εκδόσεις Κονιδάρη, 2013). Το έγραψε η Ογιά Μπαϊντάρ και το μετέφρασε από τα Τουρκικά η Νίκη Σταυρίδη.



Μια ιστορία με πολιτικό φόντο, καθώς στην πλοκή παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο επαναστάτες (ενεργοί και παλαιότεροι) και στη δράση περιλαμβάνονται οι απεργίες πείνας και οι νηστείες μέχρι θανάτου των κρατουμένων σε κελιά απομόνωσης, αλλά και των συγγενών τους που βρίσκονται έξω από τις φυλακές. Μια ιστορία για την διαρκή αναμέτρηση του θανάτου με τη ζωή, αλλά και του έρωτα, ο οποίος μοιάζει ν’ αποτελεί μια έκφανση και των δύο.

Παρά την έντονη πολιτική χροιά, ο προβληματισμός της Μπαϊντάρ μας παρασύρει στα εσώτερα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, στην αέναη αναζήτηση της φαντασιακής πόρτας, η οποία θα μας οδηγήσει  στον άγνωστο εαυτό μας ή σ’ αυτόν που γνωρίζουμε μεν καλά, αλλά τον έχουμε κρύψει επειδή δεν έχουμε το θάρρος να τον αντιμετωπίσουμε. Υπάρχει δηλαδή, το ενδεχόμενο να βρούμε την πόρτα, να την μισανοίξουμε και τρομαγμένοι να την ξανακλείσουμε…

Πέρα απ’ αυτά, το μυθιστόρημα είναι και μια αναζήτηση του πραγματικού προσώπου της Πόλης, της Κωνσταντινούπολης, της Ισταμπούλ. Είναι αλήθεια πως αυτή η μοναδική πόλη,  εμπνέει πολλούς Τούρκους συγγραφείς  καθώς αποτελεί ένα παλίμψηστο με αλλεπάλληλα στρώματα ιστορικών γεγονότων και λαών, αλλά και τάξεων. ( Δείτε παλαιότερη ανάρτηση για το βιβλίο του Αχμέτ Ουμίτ "Μνήμες Κωνσταντινούπολης" εδώ.)

Στο βιβλίο η Πόλη των παιδικών χρόνων του Τεό, ενός Έλληνα της Πόλης, συμβαδίζει με την βυζαντινή Κωνσταντινούπολη, μια και ως ιστορικός ενδιαφέρεται για μια μυστηριώδη πόρτα στα παλιά τείχη, μπλέκεται όμως και με την Ισταμπούλ της Ντερίν - μιας νεαρής γυναίκας από την ανώτερη τάξη της Τουρκίας - με τα οχυρωμένα και φρουρούμενα συγκροτήματα, τα πολυτελή ξενοδοχεία και τα πολύβουα κλαμπ. 
Αυτές συνυπάρχουν με την άλλη Ισταμπούλ, αυτή  του Κερέμ Αλί, την πόλη των φτωχομαχαλάδων, την επικράτεια των «μη λευκών Τούρκων» και των τρομοκρατών / επαναστατών – η λέξη αλλάζει ανάλογα με το ποιος είναι αυτός που τη χρησιμοποιεί -  των απεργών πείνας  κι αυτών που «ξαπλώνουν για να πεθάνουν»,  των αυθαιρέτων, των καπηλειών, των λαϊκών κι επαναστατικών τραγουδιών. 
Υπάρχει ακόμη η Πόλη της Ουλκιού, μιας πρώην επαναστάτριας.  Αν και είναι Τουρκάλα χρησιμοποιώ τον όρο «Πόλη» κι όχι «Ισταμπούλ», γιατί η δική της πόλη, η πόλη της νοσταλγίας της,  μοιάζει με την Πόλη του Τεό, είναι η πόλη των μικρών σπιτιών, της γειτονιάς με δρόμους που έχουν ονόματα λουλουδιών και πουλιών, της παιδικής χαράς με τον αμμόλακκο…

Ακόμα κι οι θρησκείες, παλιές και νέες, μπλέκονται, όταν οι γυναίκες με τα μαύρα τσαντόρ «προβάλλονται» ως καλόγριες.  Όταν δίπλα στις αναφορές σε λατρευτικές τελετές και  σε σύμβολα των Αλεβιτών, στον προφήτη Αλί και το Ζουλφικιάρ, το περίφημο σπαθί του, συναντάμε αναφορές σε πολλά χριστιανικά σύμβολα, πράγμα κάπως ασυνήθιστο σε τουρκικό μυθιστόρημα.
Συναντάμε τον Ιούδα και τον αμφισβητούμενο ρόλο του στην προδοσία του Ιησού, μορφές απ’ τα χριστιανικά εικονίσματα με τις οποίες παρομοιάζονται οι γυναίκες, την  Πιετά του Μιχαήλ Άγγελου με την Παναγία που κρατά τον νεκρό Χριστό στην αγκαλιά της κι είναι σαν να κυοφορεί το αγέννητο παιδί της,  και πάνω απ’ όλα τη θυσία ή μάλλον την αυτοθυσία, όχι με την έννοια που της δίνουν οι μαχητές του ιερού πολέμου,  αλλά με την χριστιανική έννοια της θυσίας αυτού που  θυσιάζεται με ελεύθερη βούληση για να μην θανατώσει, αλλά για να βοηθήσει την ανθρωπότητα, την κοινωνία. Μια θυσία όπως αυτή του Χριστού, ο οποίος σταυρώθηκε για να σώσει τον κόσμο.

Σύμβολο που ενώνει όλους αυτούς τους διαφορετικούς κόσμους, το ανθισμένο δέντρο της κουτσουπιάς, το δέντρο του Ιούδα, ή κερκίς η κερατοειδής, όπως είναι το επιστημονικό της όνομα. Από το ξύλο του δέντρου αυτού είναι φτιαγμένη και η μυστηριώδης πόρτα  - η Κερκόπορτα – που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο.

Δεν γίνεται να μη σταθώ στη μετάφραση, στην οποία οφείλεται ένα μεγάλο μέρος της απόλαυσης που αντλεί κανείς από την ανάγνωση του βιβλίου. Η Νίκη Σταυρίδη μας βάζει στο κλίμα με τις πολύ κατατοπιστικές σημειώσεις της, απαραίτητες όχι μόνον για τους εξ Ελλάδος αναγνώστες, αλλά και για μας που μεγαλώσαμε στην Τουρκία. Πάνω απ’ όλα, όμως, με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, η οποία μ’ έκανε πολλές φορές ν’ αναρωτηθώ πώς να ήταν στα Τουρκικά κάποιες εκφράσεις. Όπως, για παράδειγμα, όταν γράφει για την «πεισιθάνατη απελπισία» που ένιωθε η Ουλκιού ή για τη γυναίκα του γιατρού, η οποία περιφερόταν ανάμεσα στους ασθενείς «ανεμίζοντας την ομορφιά της»…

Σαν επίγευση, τέλος, από το ωραίο κι ενδιαφέρον αυτό μυθιστόρημα κρατώ την αγάπη για τη ζωή, τη λαχτάρα για την ανακάλυψη της  «πόρτας» μας, την αγωνία για την «ψυχή της Πόλης» που χάνεται και την πίκρα για το πόσο δύσκολο, για να μην πω αδύνατον, είναι να ξεφύγει κανείς απ’ το περιβάλλον του και να περάσει σ’ έναν καινούριο κόσμο.


Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

«Πολλά τα λεφτά, Άρη»

Όταν η Τζάκι παντρεύτηκε τον Ωνάση, η μητέρα μου, παραφράζοντας τη γνωστή φράση, είχε πει : «Την δόξαν πολλοί εμίσησαν, το χρήμα ουδείς». Αν και μεγάλωσα μ’ έναν πατέρα, ο οποίος ως καλλιτέχνης, ελάχιστη σημασία έδινε στο χρήμα, στο σπίτι μας παίρναμε λαχείο και θυμάμαι με τι ελπίδες περιμέναμε να μας χαμογελάσει η τύχη.
Ποιος είναι εκείνος που δεν έκανε όνειρα, αναλογιζόμενος πώς θα ξόδευε τα λεφτά,  αν του έπεφτε μια κληρονομιά από έναν ξεχασμένο θείο, αν κέρδιζε στο λαχείο ή στο Λόττο, αν ανέβαιναν ξαφνικά οι μετοχές του στο χρηματιστήριο, αν…  

Αν όμως τα χρήματα που μας πέσουν είναι ξένα; Αν ανήκουν σε κάποιον άγνωστο που τα έχασε;

Τι θα κάνατε, αλήθεια,  αν βρίσκατε μια βαλίτσα με λεφτά, ένα τσαντάκι παραφουσκωμένο με χαρτονομίσματα, μια μαξιλαροθήκη τίγκα στο δολάριο;  

Θα ψάχνατε να βρείτε σε ποιον ανήκουν τα χρήματα ή θα το θεωρούσατε έργο της Θείας Πρόνοιας, η οποία αποφάσισε επιτέλους, ν’ ασχοληθεί μαζί σας και θα τα κρατούσατε;

Θα σκεφτόσασταν ότι ίσως να τα έχασε κάποιος με μεγαλύτερες ανάγκες από τις δικές σας και θα τα παραδίδατε στην αστυνομία ή θα κάνατε το κορόιδο, σκεπτόμενοι τις τρύπες που θα καλύψετε μ’ αυτά;

Μήπως στην απόφασή σας θα έπαιζε ρόλο το ... μέγεθος του "πακέτου" που βρέθηκε μπροστά σας; 
«Πολλά τα λεφτά, Άρη», είπε ο Σπύρος Καλογήρου απευθυνόμενος στον Νίκο Κούρκουλο, στη γνωστή ατάκα από την ταινία «Λόλα». Όταν πρόκειται για ένα ποσόν που μας υπερβαίνει, ο πειρασμός είναι μεγαλύτερος.

Θα ήταν πιο εύκολο να κρατήσετε το χρήμα αν γνωρίζατε πως είναι προϊόν παράνομης δραστηριότητας;

Μήπως θα σας απασχολούσε το παράδειγμα που θα δίνατε στα παιδιά σας από την όποια απόφασή σας, η γνώμη που θα σχημάτιζε για σας το έτερον σας ήμισυ, οι φίλοι σας, οι γνωστοί σας;
Τι θα σας τρόμαζε περισσότερο; Να σας πουν "ανέντιμο" ή να σας χαρακτηρίσουν "μαλάκα";  

Οι ήρωες τριών βιβλίων, που έτυχε να διαβάσω το ένα κατόπιν του άλλου, αντιμετωπίζουν παρόμοιες καταστάσεις.

Ένας εκατοντάχρονος γέρος βρίσκει μια βαλίτσα γεμάτη με λεφτά, στο διασκεδαστικό μυθιστόρημα του Σουηδού Γιούνας Γιούνασον, «Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε απ’ το παράθυρο κι εξαφανίστηκε» (Ψυχογιός, 2013).


Οι εξωφρενικές περιπέτειες του παράξενου γεράκου είναι ξεκαρδιστικές, ως χαρακτήρας όμως, βρήκα πως είχε και μια τραγική διάσταση.
Όσο για  το μυθιστόρημα, αν και μοιάζει με φάρσα, προκαλεί σοβαρές σκέψεις για τον τρόπο που πρέπει ν’ αντιμετωπίζει ο καθένας από μας,  τη ζωή και τις ανατροπές της…

Στο δεύτερο βιβλίο, γραμμένο μέσα στην καρδιά της ελληνικής κρίσης, την εποχή των αγανακτισμένων, ο ήρωας, ένας ταξιτζής, βρίσκει ξεχασμένο στο ταξί του ένα τσαντάκι μ’ ένα σεβαστό ποσόν, ικανό να λύσει όλα του τα προβλήματα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη, «Η πόλη και η σιωπή», (Εκδόσεις Καστανιώτης, 2013).


Με χειρουργική ακρίβεια, ο Τζαμιώτης, ανατέμνει την κρίση, εξερευνά όλες τις πτυχές του κοινωνικού γίγνεσθαι που μας έφεραν ως εδώ, μοιράζει ακριβοδίκαια στον καθένα το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί. Η ζοφερή ατμόσφαιρα της πληγωμένης Αθήνας, τα στιγμιότυπα από τις σκηνές καθημερινής τρέλας που ζει ο ταξιτζής στις διαδρομές του, ο αγώνας για την επιβίωση, την αξιοπρέπεια, την οικογενειακή ευτυχία, είναι το σκηνικό, μέσα στο οποίο ο ήρωας αντιμετωπίζει διλήμματα σαν αυτά που αναφέραμε πιο πάνω.  Παρά την πικρή πραγματικότητα που στήνει μπροστά στα μάτια μας ο συγγραφέας, όταν έκλεισα το βιβλίο ένοιωθα ικανοποιημένη.
Το συνιστώ, εκτός των άλλων, και για τα πολύ ωραία και προσεγμένα Ελληνικά του.

Το τρίτο βιβλίο είναι η «Γλυκιά αιωνιότητα» (Οξύ, 2010)  του Τζορτζ Πελεκάνος.


Εδώ, ένας υπάλληλος μιας εταιρείας που επισκευάζει πλυντήρια, στην Ουάσιγκτον,  γίνεται μάρτυς ενός αυτοκινητιστικού δυστυχήματος και βουτάει απ' το φλεγόμενο αμάξι μια μαξιλαροθήκη γεμάτη χρήμα. Χρήμα, όμως, το οποίο προέρχεται από εμπόριο ναρκωτικών… Έτσι ο άνθρωπός μας μπλέκεται με συμμορίες και διεφθαρμένους αστυνομικούς, εμπλέκει όμως κι αθώους βιοπαλαιστές που προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους. Ωραία πλοκή κι ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Στην προσπάθεια του όμως να μας μπάσει στο κλίμα της εποχής και του τόπου, ο συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρειες σκηνές από τους αγώνες του  κολλεγιακού πρωταθλήματος μπάσκετ του 1986, ενώ οι ήρωες, καλοί και κακοί, περιφέρονται "τσιτωμένοι", αφού δεν σταματούν  να σχηματίζουν λοφάκια κοκαΐνης, να χαράζουν γραμμές και να σνιφάρουν. Η επιμονή σ' αυτά τα στοιχεία ήταν από κουραστική έως εκνευριστική. 


Τέλος, αυτό που  συνειδητοποίησα διαβάζοντας  τα τρία, τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, βιβλία είναι, πως όταν «είναι πολλά τα λεφτά» κουβαλούν μαζί τους και πολλούς μπελάδες. Γι αυτό, αν πέσει στο δρόμο μου ένα τσουβάλι  με λεφτά, εγώ θα προσπεράσω… Λέμε, τώρα.

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

Καλή Χρονιά

Για καλή χρονιά κάτι απ' τον Ελύτη, που μ' αρέσει πολύ :

"Πολύ δε θέλει ο κόσμος.Ένα κάτι
Ελάχιστο. Σαν τη στραβοτιμονιά πριν απ' το δυστύχημα
Όμως
Ακριβώς
Προς
Την αντίθετη κατεύθυνση"

Ας ευχηθούμε μέσα στο 2014 να βρεθούν κάποιοι που θα κάνουν αυτή τη στραβοτιμονιά για την Ελλάδα, αλλά κι ο καθένας μας να βρει τη δύναμη να κάνει αυτή τη μικρή ανεπαίσθητη κίνηση προς την "αντίθετη κατεύθυνση"...

Ζωγραφική της Κατερίνας Καραγιάννη Ιατροπούλου

Καλή χρονιά!

Το απόσπασμα είναι από το ποίημα VILLA NATACHA από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, Ίκαρος 1980.