Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Ο τόπος μας είναι κλειστός;

«Τον τόπο μας τον αγαπάμε γιατί εκεί γεννηθήκαμε, κι έρημος να ήταν πάλι θα τον πονούσαμε»,  μου έγραψε η Αναστασία, από την ομάδα «΄Ιμβριοι» - στο φέισμπουκ- σχολιάζοντας μια προηγούμενη ανάρτηση ( Ίμβρος, “un charmant pays”), κι έτσι είναι.
Τον αγαπάμε τον τόπο μας, όσο φτωχός, όσο έρημος και ξερός,  όσο «κλειστός, όλο βουνά που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα» κι αν είναι.

Desert landscape (Derek McCrea)

 Δυστυχώς όμως, όσο ζούμε σ' αυτόν, συνήθως, του βρίσκουμε χίλια δυο κουσούρια. Αν τύχει δε να περνάμε και μια περίοδο κρίσης, όπως τώρα, στην Ελλάδα, τότε φτάνουμε στο σημείο να τον απαξιώνουμε εντελώς, ακόμα και να ντρεπόμαστε γι αυτόν.
Καταλαβαίνουμε καλύτερα την αξία του όταν φύγουμε μακριά. Αν τύχει μάλιστα και είμαστε διωγμένοι, τότε τον λαχταράμε ακόμα περισσότερο – κάτι ξέρουμε κ εμείς, οι Τουρκομερίτες.

Διαβάζοντας αυτές τις μέρες δύο διαφορετικά μεταξύ τους βιβλία ξανασκέφτηκα τον τρόπο με τον οποίο «βλέπουμε» την πατρίδα μας, καθώς και τα δύο διερευνούν το ξεχωριστό βλέμμα, με το οποίο κοιτάζει κανείς έναν τόπο.


Στο  Ένας τυχαίος εραστής (Καστανιώτης, 2010), η Ναντίν Γκόρντιμερ, θίγει το θέμα περιγράφοντας έναν έρωτα, μια σχέση ανάμεσα σ’ έναν Άραβα μετανάστη και σε μια Νοτιοαφρικανή λευκή.
Ο Άραβας, ο Αμπτού, από μια φτωχή κι έρημη χώρα, από ένα τρισάθλιο χωριό, ονειρεύεται τις πλούσιες χώρες και προσπαθεί ν’ αποκτήσει την πολυπόθητη άδεια παραμονής, πρόθυμος να δουλέψει κάτω από συνθήκες χειρότερες απ’ αυτές της πατρίδας του, γιατί πιστεύει πως μόνο έτσι θα μπορέσει να βελτιώσει τη ζωή του, να γίνει κάτι, κάποιος.
Όταν αναγκάζεται να επιστρέψει στη χώρα του κι η κοπέλα δηλώνει πως θα πάει μαζί του, χάνει τον κόσμο.  Ντρέπεται τόσο πολύ για τον τόπο του, που προτιμά να τη χάσει παρά να την υποχρεώσει να ζήσει τη φτώχεια και την εξαθλίωση, και μαζί μ’ αυτά και την καταπίεση της γυναίκας. Δεν θέλει να  δει την περιφρόνηση στο πρόσωπό της.
Arab village (Myrtle Broome)

Είναι όμως, πράγματι τόσο απαίσιος ο τόπος του; 
Η γοητευτική γραφή της Γκόρντιμερ μας ταξιδεύει στον τόπο αυτό και μας τονίζει τις διαφορές του από τη Νότια Αφρική. Για την κοπέλα, η μετάβαση από την ελευθερία και τις ανέσεις της χώρας της στο ξένο κι εχθρικό περιβάλλον είναι ένα σοκ. Όσο όμως γνωρίζεται με την οικογένεια και ζει τις συνήθειες του σπιτιού, κάτι μέσα της αλλάζει. Γι αυτή την ξένη, αυτός ο παλιότοπος παρουσιάζει τα δικά του ανεκτίμητα δώρα, που δεν τα συνάντησε στην πλούσια πατρίδα της. Ακόμη κι η έρημος, η οποία περιβάλλει το χωριό αρχίζει να φαντάζει γοητευτική.
Και καταπιάνεται με το να γεννά ιδέες για το πώς θα μπορούσε η ζωή εκεί να βελτιωθεί, να πρασινίσει ο τόπος, να ανοίξουν καινούριες δουλειές.
Ο άντρας όμως είναι ανένδοτος: 
«Σ’ αυτό τον τόπο τίποτα δεν γίνεται».
Αναλώνεται στην αναζήτηση του Δυτικού Παράδεισου που θα τους δεχθεί, δυστυχής όσο του αρνούνται την είσοδο στις χώρες του ονείρου.

Κι όμως, «κάθε τόπος αν τον δουλέψεις μπορεί να σε θρέψει, να σε ζήσει», λέει ο Σωτήρης Δημητρίου στο διήγημα «Ξένα ρούχα», που περιλαμβάνεται στο Το αποτύπωμα της κρίσης (Μεταίχμιο, 2013), όπου «δεκαεπτά από τους πλέον παρεμβατικούς και ενδιαφέροντες έλληνες συγγραφείς αποτυπώνουν τις διάφορες πτυχές της κρίσης». 





Ο Δημητρίου μιλά για τους μετανάστες που ζουν στην Ηγουμενίτσα περιμένοντας μια ευκαιρία για να ταξιδέψουν προς τη Δύση. Γι «αυτά τα παιδιά, που αφήνουν πίσω τα δικά τους ανεκτίμητα, γονείς, συγγενείς, φίλους, γλώσσα, τραγούδια κι αγαπημένους τόπους για το καταναλωτικό δυτικό όνειρο»...



Waiting on the shore (Stephan McLaren)

Στο ίδιο βιβλίο ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στο διήγημα του «Ο ξένος που έφυγε», μας μιλά για τον Ταρίκ, έναν Ιρακινό, ο οποίος είναι κι αυτός ένα από εκείνα «τα παιδιά» του Δημητρίου, που γυρίζει την Ευρώπη ψάχνοντας χώρα για να στεριώσει.
«Ήξερα τι μου έλειπε: η οικογένειά μου, μια δική μου οικογένεια. Ένα σπίτι γεμάτο κόσμο, μυρωδιές, φασαρία, παιδιά, παππούδες, γιαγιάδες. Όλοι μαζί. Βαριόμουνα την Ευρώπη, τα συστήματα, τους ελέγχους, την καχυποψία. Ίσως ήταν λάθος που είχα φύγει. Νόμιζα ότι θα έβλεπα αλλιώς τον κόσμο, ότι θα έδινα και θα έπαιρνα

Το έχω γράψει (Η αστυνομικίνα είχε άγγελο), κι είναι κάτι που το πιστεύω, πως ο καθένας πρέπει να διαβαίνει το κατώφλι του, να δοκιμάζει να ζήσει αυτό που λαχταρά πληρώνοντας το τίμημα.

Σκεφτόμουνα, όμως, τα νέα παιδιά που φεύγουν από την Ελλάδα, καθώς αισθάνονται ο τόπος αυτός να τα πνίγει. Κι αναρωτιέμαι δεν υπάρχει τρόπος να περάσει κανείς το κατώφλι χωρίς να χρειαστεί να εγκαταλείψει  την πατρίδα του, «τα δικά του ανεκτίμητα»;
Beautiful people (Μιλένα Δημητροκάλλη, 2013)

«Στην πραγματικότητα η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου» λέει ο Πεσσόα (Το βιβλίο της ανησυχίας, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1989) μιλώντας για τα ταξίδια.
 Κι ο Σωτήρης Δημητρίου συμπληρώνει : «Με τον τρόπο που το άσχημο βλέμμα βλέπει τα άσχημα έτσι κι ο φτωχός νους βλέπει τη φτώχεια».

Όσο «κλειστός»  κι αν είναι ο τόπος μας θα μπορούσαν, άραγε, οι νέοι μας ν’ αλλάξουν τη ματιά τους, να κοιτάξουν μ’ όμορφο βλέμμα την όμορφη πατρίδα μας,  ν’ ανακαλύψουν στον τόπο που μέχρι τώρα περιφρονούσαν, κάτι σαν αυτό που γοήτευσε την πλούσια και καλομαθημένη λευκή στο άνυδρο, έρημο, οπισθοδρομικό και ρυπαρό χωριό του Αμπντού;

Χωρίς τίτλο (Tjunkura Ken)

Δεν θα προσπαθούσαν τότε να δημιουργήσουν τις δικές τους ευκαιρίες, με φαντασία, μ’ εφευρετικότητα, με ευελιξία, με νέες καινοτόμες ιδέες, συνδυάζοντας, ίσως, τις νέες τεχνολογίες και τις σύγχρονες μεθόδους με τα παραδοσιακά, περιφρονημένα επαγγέλματα;

Υπάρχουν τέτοιες κινήσεις κι εύχομαι να γίνουν περισσότερες… γιατί «εκεί που σ’ αγαπάνε δεν είναι ποτέ νύχτα», όπως γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου, στο δικό της διήγημα, το «Voodoo child».


Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Το στρεβλό φεγγάρι του Murakami


Διάβασα για πρώτη φορά γιαπωνέζικη λογοτεχνία πριν από αρκετά χρόνια. Ήταν «Οι Σαμουράι»  του Σουσάκο Έντο κι η γνωριμία με την μακρινή και «ξένη» αυτή χώρα με γοήτευσε. Από τότε κι άλλοι Γιαπωνέζοι συγγραφείς όπως ο Κενζαμπούρο Όε κι η Γυόκο Ογκάουα έγιναν οι αγαπημένοι μου. Μ’ αρέσει να γνωρίζω μια εξωτική χώρα και τους ανθρώπους της – τόσο διαφορετικοί  κι όμως  τόσο οικείοι – με όχημα την καλή λογοτεχνία.  Από τον Χαρούκι Μουρακάμι διάβασα το To κουρδιστό πουλί  κι εντυπωσιάστηκα, το Νορβηγικό δάσος,  όμως δεν μ’ ενθουσίασε.
Για το 1Q84  είχα ακούσει πολλές αντικρουόμενες απόψεις και τελικά αποφάσισα να το διαβάσω. Ιδού οι εντυπώσεις μου:

Το 1984 μια κοπέλα, η Αομάμε, για να προλάβει ένα ραντεβού, αναγκάζεται, εξαιτίας ενός τρομερού μποτιλιαρίσματος, να αποβιβαστεί απ’ το ταξί και να κατέβει μια σκάλα που ενώνει δυο αυτοκινητόδρομους για να πάρει το τρένο. Αποδεικνύεται πως η σκάλα αυτή είναι μια «πύλη», η οποία την οδηγεί σε μια διακλάδωση της πραγματικότητας. Αντιλαμβάνεται σταδιακά κάποιες μικρές διαφορές  σε σχέση με τον κόσμο όπου ζούσε μέχρι τότε, με αποκορύφωμα τα δυο φεγγάρια που βλέπει στον ουρανό. Ένα κανονικό, όπως το ξέρουμε όλοι κι ένα μικρότερο, στρεβλό και πρασινωπό, σαν αντανάκλαση του άλλου.

Αυτό την πείθει πως έχει παγιδευτεί σ’ έναν καινούριο κόσμο, τον οποίο ονομάζει 1Q84 από το  Question mark (ερωτηματικό). Παραπέμπει, βέβαια, στον Όργουελ και το «1984» και στο βιβλίο ο Μεγάλος Αδελφός αναφέρεται πολλές φορές. Πρόκειται όμως και για ένα λογοπαίγνιο, αφού «κιου»  στα γιαπωνέζικα σημαίνει 9.  
Η ιστορία δεν θα είχε κανένα ενδιαφέρον, αν η Αομάμε δεν ήταν μια κατά συρροήν δολοφόνος, η οποία δολοφονεί, μ’ έναν δικό της ιδιαίτερο τρόπο, άντρες που έχουν κακοποιήσει γυναίκες.  Κι αν δεν έμπλεκε με μια μυστηριώδη θρησκευτική σέκτα, της οποίας τα μέλη εξαπολύουν ένα ανελέητο κυνηγητό για να την πιάσουν. Κι αν δεν ήταν ερωτευμένη με τον Τένγκο, από το Δημοτικό,  χωρίς να τον έχει δει ξανά, από τότε.  Κι αν ο νεαρός δεν είχε βοηθήσει στη συγγραφή ενός  μυθιστορήματος, το οποίο, μεταξύ άλλων, περιγράφει έναν κόσμο με δυο φεγγάρια…


"Το ένα ήταν συνηθισμένο, αυτό που ξέρουμε, και το άλλο πολύ μικρότερο και πρασινωπό, λίγο στραβό σε σχέση με το πραγματικό  και λιγότερο φωτεινό."


Η πλοκή κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον.  «Έρως ανίκατε μάχαν» ή θα μας προλάβουν οι κακοί; Δεν πρόκειται να αποκαλύψω περισσότερα.
Όταν όμως φτάνεις στο τέλος, αναρωτιέσαι αν διάβασες κάτι βαθυστόχαστο ή πρόκειται για μια μπούρδα…

Αν μείνει κανείς στα Ανθρωπάκια που βγαίνουν απ’ το στόμα μιας ψόφιας κατσίκας, στα κουκούλια που υφαίνονται με αέρα, στα εξωπραγματικά φεγγάρια και σ’ άλλα γεννήματα της αχαλίνωτης φαντασίας του συγγραφέα, μπορεί να πει ότι πρόκειται για μια ευχάριστη μπούρδα.
Αν επιμείνουμε, όμως,  και ξανασκεφτούμε αυτά που διαβάσαμε; 
«Τα φαινόμενα απατούν. Η πραγματικότητα είναι πάντα μόνο μία», λέει ο ταξιτζής που αφήνει την Αομάμε μπροστά στην «πύλη» του 1Q84. Ναι, αλλά πια απ’ όλες τις πραγματικότητες που στήνονται γύρω μας είναι η μία, η αληθινή; Πώς θα την ξεχωρίσουμε;
Οι πολιτικοί, τα ΜΜΕ, τα σχολικά βιβλία, το Διαδίκτυο, μας παρουσιάζουν τις δικές τους εκδοχές της πραγματικότητας. Ακόμη κι η οικογένειά μας θέλοντας να διαφυλάξει κάποια μυστικά, αλλά κι ο ίδιος μας ο εαυτός μερικές φορές, πλάθουν τον δικό τους κόσμο, καταπώς τους βολεύει.  Πόσο σίγουροι μπορούμε να είμαστε, λοιπόν, για την πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούμε;
Πιστεύω πως όλος αυτός ο χορός των φανταστικών στοιχείων που στήνει ο Μουρακάμι, έχει στόχο, λειτουργώντας  αλληγορικά,  να καταδείξει αυτή ακριβώς την πλάνη μέσα στην οποία μπορεί να μας ρίξει μια αφήγηση, είτε αυτή είναι ένα μυθιστόρημα είτε η ιστορία της ζωής μας και κατά πόσον εμείς έχουμε τη δυνατότητα ή και τη διάθεση να βγούμε απ’ αυτή την πλάνη.
Στο μυθιστόρημα  η στρεβλή, όπως το δεύτερο φεγγάρι, πραγματικότητα λειτουργεί, κάπως, σαν το πηγάδι στο Κουρδιστό πουλί, γιατί παρακινεί τους ήρωες να ψάξουν μέσα τους, ν’ ανακαλύψουν τον ίδιο τον εαυτό τους και να συμφιλιωθούν με το παρελθόν τους. Μόνον τότε το δεύτερο φεγγάρι θα χαθεί απ’ τον ουρανό.
Αλλά και τότε ακόμη, μένει μια αμφιβολία. Είναι αυτή η αληθινή πραγματικότητα ή μια άλλη που της μοιάζει;  Μήπως είναι το είδωλο της στον καθρέφτη;

Το σημαντικό είναι η επίγευση που αφήνει το χορταστικό αυτό μυθιστόρημα:
Στοχασμός, αλληγορία, ποιητική γραφή, ενδιαφέροντες χαρακτήρες, ρεαλιστικές περιγραφές - ακόμα και των φανταστικών στοιχείων -  κι όλα αυτά σ’ ένα πακέτο θρίλερ με συναρπαστική πλοκή.

Δείτε και τους παρακάτω συνδέσμους:
http://www.georgakopoulos.org/work/reviews/1q84/