Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Για να μην ξεχνάμε


Ένα κείμενο για να θυμηθούμε τον τρόμο που έζησαν οι Έλληνες της Πόλης στα γεγονότα, γνωστά ως Σεπτεμβριανά,  - το πογκρόμ, δηλαδή, που έγινε εναντίον τους τον Σεπτέμβριο του 1955-  και να αναλογιστούμε πως η βία, από όπου κι αν προέρχεται, όποιους κι αν στοχεύει, κάνει τον άνθρωπο να χάσει την ανθρωπιά του.


Πρόκειται για ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημά μου «Οι Ποδηλάτισσες», που κυκλοφόρησε το 2004 από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. 
Μεταφράστηκε στα τουρκικά από την  Mufide Pekin και κυκλοφόρησε στην Τουρκία με τίτλο «Pedal Ceviren Kadinlar» (Metis Yayinlari, 2006).

«Αγαπημένο μου ημερολόγιο

Τα σπασίματα

Τι ήταν αυτό που περάσαμε. Ακόμη τρέμω που το σκέφτομαι. Μόλις νυχτώνει αρχίζω να περιμένω τις πέτρες να πέσουν. Αλλά ας τα πάρω απ’ την αρχή. Ο μπαμπάς γύρισε νωρίς χτες και ήταν ανήσυχος γιατί είδε πολλούς άντρες μαζεμένους σε διάφορα σημεία να σιγοκουβεντιάζουν. «Καμιά διαδήλωση θα έχουν πάλι για την Κύπρο», είπε η μαμά. Είχε νυχτώσει και τηγάνιζε κολοκυθάκια για να φάμε. Είδαμε απ’ το παράθυρο πολύ κόσμο, όλο άντρες, μαζεμένους κάτω απ’ τον πλάτανο, και λέγαμε γιατί να μαζεύτηκαν. Σιγά σιγά άρχιζαν να φωνάζουν, ξεχώριζες το «γκιαουρλάρ» (άπιστοι). Έτσι μας λένε οι κακοί Τούρκοι. Μας φάνηκε περίεργο, γιατί τις διαδηλώσεις τις κάνουν στο Ταξίμ και όχι στο χωριό. Ο μπαμπάς είπε να σβήσουμε το φως για μη μας βλέπουν. Ακούσαμε καθαρά πια μια φωνή: «Καχρολσούν γκιαουρλάρ» (Ανάθεμα στους άπιστους), και την ίδια ώρα μια μεγάλη πέτρα πέρασε απ’ το ανοιχτό παράθυρο και χτύπησε το κρύσταλλο της βιτρίνας όπου έχουμε το κινέζικο σερβίτσιο. Το κρύσταλλο έγινε θρύψαλα μαζί μ’ ένα πιατάκι απ’ το σερβίτσιο. Την ίδια στιγμή ακούστηκαν άγρια χτυπήματα στην εξώπορτα, κάτω. «Κώστα, για μας είναι», τσίριξε η μαμά.
Για πότε μας άρπαξαν, ενώ οι πέτρες συνέχιζαν να πέφτουν, και μας έχωσαν κάτω απ’ το μεγάλο κρεβάτι κι έβαλαν μπροστά μας τις δύο μεγάλες βαλίτσες, αυτές που παίρνουμε στην Ίμβρο, δεν το κατάλαβα. Η Μαργαρίτα έκλαιγε κι η Σοφία της έκλεισε το στόμα με το χέρι της για να μην ακούγεται. Η μαμά πήρε τη γιαγιά και κρύφτηκαν στο δωμάτιο της θείας. Ο μπαμπάς έβαλε το σύρτη και στάθηκε πίσω απ’ την πόρτα. Κρατούσε το μπαστούνι της γιαγιάς…..


….Σε λίγο ο τρόμος μας έγινε πιο μεγάλος, γιατί ακούσαμε την πόρτα να σπάει και πολλές άγριες φωνές. Ήθελα τη μαμά μου. Τι θα μας έκαναν άραγε;

Ακούστηκαν βήματα στα πρώτα σκαλοπάτια και ξαφνικά μια δυνατή φωνή σκέπασε τη φασαρία. Ήταν η φωνή του Τοτού: «Ντούρουν, Αμερικάν τεμπασί» (Σταθείτε, Αμερικάνός υπήκοος).  Έγινε ησυχία και μια άλλη φωνή ακούστηκε: «Ντογρού, Αμερικάν τεμπασί» (σωστά, Αμερικανός υπήκοος), μουρμουρητά και βήματα που κατέβαιναν τα σκαλοπάτια και μετά σπασίματα και φωνές απ’ τα διπλανά σπίτια. Για λίγη ώρα δεν κουνηθήκαμε καθόλου, δεν μπορούσαμε να το πιστέψουμε πως έφυγαν. Κι αν ξαναγύριζαν;
Ανέβηκε τότε ο Τοτός και φώναξε: «Κύριε Κώστα, φύγανε, μη φοβάστε». Βγήκαμε όλοι απ’ τις κρυψώνες μας κι αγκαλιαστήκαμε και κλαίγαμε και φιλούσαμε τον Τοτό που μας γλίτωσε. Και δεν είδαμε τις φλόγες και τους καπνούς που έβγαιναν απ’ την κουζίνα. Τα κολοκυθάκια είχαν γίνει κάρβουνο και το λάδι πήρε φωτιά στο τηγάνι. «Γλιτώσαμε απ’ τους σερσερήδες (αλήτες) και παραλίγο να καούμε ζωντανοί», είπε μετά η μαμά, όταν η φωτιά είχε σβήσει και καθίσαμε χωρίς ν’ ανάψουμε τα φώτα κι ακούγαμε τις άγριες φωνές και τα χτυπήματα στις άλλες πόρτες και τα τζάμια, τζάμια να σπάνε. Είχε η γειτονιά μας τόσο πολλά τζάμια και δεν τελείωναν τόσες ώρες που έσπαναν; Και στα αντικρινά, στο μέρος της Πόλης, είδαμε φωτιές και δεν ξέραμε τι να γίνονται οι θείες μας. Κι όταν όλα ησύχασαν, θα ήταν περασμένες δύο, πέσαμε για ύπνο όλοι μαζί, κουλουριασμένοι στο μεγάλο κρεβάτι. Αυτά ήταν τα σπασίματα…»


Ε, δεν έγινε και τίποτα, ένα πιατάκι απ’ το σερβίτσιο έσπασε, θα μπορούσε να πει κανείς. Κάποιος που δεν κατανοεί τον τρόμο όταν παραβιάζεται το ιερό άσυλο του σπιτιού, εκεί όπου ο καθένας μας αισθάνεται ασφαλής. Κάποιος που δεν άκουσε τις άγριες φωνές: «Bugun maliniz, yarin caniniz., δηλαδή: «Σήμερα η περιουσία σας, αύριο η ζωή σας.».


Εξάλλου, πέρα από τις καταστροφές και τις λεηλασίες περιουσιών, έγιναν και άγριοι ξυλοδαρμοί, βιασμοί και φόνοι.

Τα Σεπτεμβριανά υπήρξαν καταλυτικά για την τύχη του Ελληνισμού της Πόλης γιατί ανάγκασαν πολλούς να  εγκαταλείψουν την Τουρκία, καθώς δεν άντεχαν να ζουν μέσα στο φόβο και την ανασφάλεια.

Και επειδή τελευταία, συμβαίνουν ανησυχητικά φαινόμενα στη χώρα μας, είναι μια ευκαιρία η ανάμνηση αυτού του πογκρόμ, να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε πώς μπορεί ο ρατσισμός, υποδαυλιζόμενος με τον κατάλληλο τρόπο,  να δηλητηριάσει την ψυχή των απλών ανθρώπων και να τους οδηγήσει σε πράξεις βίας, οι οποίες τους κάνουν να χάσουν την ανθρωπιά τους. 

2 σχόλια:

  1. Ο παράλληλος διάλογος: Τα "Σεπτεμβριανά" μέσα από τη λογοτεχνία Ελλήνων και Τούρκων συγγραφέων, στο: http://tvxs.gr/node/68743

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ για τον σύνδεσμο. Το γεγονός ότι αρκετοί συγγραφείς ασχολήθηκαν με τα Σεπτεμβριανά, δείχνει πώς ήταν ένα αρνητικό ορόσημο τόσο γι αυτούς που τα έζησαν όσο και γι αυτούς που δέχθηκαν τα "απόνερα" τους.
      Το απόσπασμα στον παραπάνω σύνδεσμο είναι από το μυθιστόρημά μου "Ο Βασιλιάς των Αριθμών" Ωκεανίδα,2006.

      Διαγραφή