Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Ένα σκοινί για τα όνειρά μας


Αν μας έλεγε κάποιος, πριν από δυο- τρία χρόνια, ότι θα βρεθούμε σ’ αυτή την δεινή θέση θα τον πιστεύαμε; Όχι, γιατί ακούγαμε τους πολιτικούς μας, οι οποίοι – όλοι – μας ξεγελούσαν είτε από άγνοια της πραγματικής κατάστασης είτε με δόλο, για να υφαρπάξουν την ψήφο μας.
Και πώς αισθανόμαστε σήμερα;
Ως Έλληνες; Ταπεινωμένοι.
Ως λαός; Προδομένοι
Ως ψηφοφόροι; Παραπλανημένοι
Ως εργαζόμενοι; Αδικημένοι.
Ως συνταξιούχοι; Ξεζουμισμένοι
Ως δημιουργικά άτομα; Με ψαλιδισμένα τα φτερά.
Ως τίμιοι φορολογούμενοι; Εξοργισμένοι.
Ως πλούσιοι; Άνετοι (όσοι έβγαλαν τα λεφτά τους έξω).
Ως φτωχοί; Φτωχότεροι.
Ως ασθενείς; Ανασφαλείς.
Ως νομοταγείς πολίτες; Απροστάτευτοι.
Ως άνεργοι; Απελπισμένοι.
Ως νέοι; Παγιδευμένοι.
Ως παιδιά; Φοβισμένα…

Ένας λαός που βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση μπορεί πολύ εύκολα να χάσει την δυνατότητα να ονειρεύεται. Μπορεί τα όνειρα μας να φύγουν και να χαθούν μακριά κι αυτό είναι το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί.
Μπορεί κανείς να κατευθύνει τα όνειρα;

«…Είπες ναι
και άπλωσες ένα σκοινί
πλεγμένο από σύννεφα και νύχτα
που χάνονταν η άκρη του στο τέλειωμα της μέρας

το άπλωσες και είπες
από αυτό θα κρατιούνται τα όνειρα
για να μη χάσουν το δρόμο τους
και κυλήσουν
σε νερά σκοτεινά
και βρεθούν
στην ασημένια έρημο
στο φως του φεγγαριού
και σκαλώσουν
σε κατακόκκινα βουνά
στο κοίμισμα του ήλιου

μη ξεστρατίσουνε
και ξαποστάσουνε σε ξένα προσκεφάλια»

Αυτή την απάντηση δίνει η Έλλη Μέλη, Κωνσταντινουπολίτισσα ποιήτρια και ζωγράφος, στο ποίημά της «Ανεπίδοτα γράμματα - Όνειρα χωρίς αποδέκτη» (Κινστέρνα, τ.12, Δεκέμβριος 2007).
Αυτό το ποίημα μου φέρνει πάντα στο μυαλό την εικόνα των παιδιών του νηπιαγωγείου, όταν τα βγάζουν οι δάσκαλοι στην πόλη και τα βάζουν να κρατάνε ένα σκοινί για να μη χαθούν, να μην ξεστρατίσουν.
Ένα τέτοιο σκοινί χρειαζόμαστε επειγόντως για να πιαστούν απ’ αυτό τα όνειρα μας, να μη χάσουν το δρόμο τους και «κυλήσουν σε νερά σκοτεινά».
Τι μπορεί να παίξει το ρόλο αυτού του σκοινιού; Δεν ξέρω, αλλά σκέπτομαι διάφορα:
Η απόφαση να μην αφήσουμε κανέναν πολιτικό να μας ξεγελάσει ξανά.
Η συναίσθηση ότι πρέπει να αλλάξουμε τις αξίες και τις προτεραιότητές μας.
Η ευστροφία και η ικανότητα να βρίσκουμε λύσεις και διεξόδους – αν χρησιμοποιηθεί προς τη σωστή κατεύθυνση, βέβαια, κι όχι για να κοροϊδεύουμε, όπως γινόταν μέχρι τώρα.
Η αλληλεγγύη, επίσης, είναι κάτι σημαντικό, στο οποίο μπορούμε να στηριχτούμε.
Η δημιουργικότητα που μας χαρακτηρίζει ως λαό.
Η απόφαση να τηρούμε τους νόμους, κάτι που το κάνουμε με μεγάλη ευκολία στο εξωτερικό, ενώ εδώ, στην πατρίδα μας, το ξεχνάμε…
Νομίζω όμως, ότι όλα αυτά συνιστούν μια υπέρβαση, που είναι πολύ δύσκολο να την κάνουμε. Δύσκολο, γιατί έχουμε μάθει αλλιώς. Όταν έρχεται η ώρα των αποφάσεων σκεπτόμαστε πάντα τι θα ωφελήσει εμάς και τους δικούς μας ανθρώπους – βραχυπρόθεσμα. «Ας βολευτούμε τώρα, κι έχει ο Θεός», λέμε.
Λένε ότι ο λαός είναι σοφός.
Δεν το πιστεύω.
Ο λαός είναι εύπιστος και αφήνεται να τον παραμυθιάζουν αυτοί που του υπόσχονται τα περισσότερα. Είμαστε και λαός ονειροπόλος και μας πείθουν εύκολα πως το μέλλον μας θα είναι ανθόσπαρτο. Αντί γι αυτό όμως βλέπουμε ένα ένα τα όνειρα μας να πετάνε μακριά και να χάνονται… Να πηγαίνουν  «να ξαποστάσουνε σε ξένα προσκεφάλια…».
Και περιμένουμε  κάποιον να μας απλώσει το σκοινί.
Λάθος. Εμείς πρέπει, μόνοι μας, να το πλέξουμε  αυτό το σκοινί. Όλοι μαζί, με νέα, γερά και άθραυστα υλικά να μαζέψουμε το κουράγιο μας και ό, τι καλό υπάρχει μέσα μας να το πλέξουμε και να το απλώσουμε να πιαστούν τα όνειρα όλων μας, αλλά κυρίως των νέων μας και των παιδιών μας.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Τα κορίτσια που υπήρξαμε


Αν ήθελες να γίνεις εχθρός της μητέρας μου αρκούσε να της κάνεις μια απλή ερώτηση: «Πόσων χρονών είσθε;» Ίσως επειδή θύμωνα με την αντίδρασή της στην ερώτηση, αποφάσισα να λέω με παρρησία τη σωστή ηλικία μου. Η ηλικία, όμως, είναι για πολλές γυναίκες ένα θέμα ταμπού. 
Διαβάζοντας το βιβλίο «…και μετά τα πενήντα τι;» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2011) το οποίο γράφηκε από τέσσερις γυναίκες – Τασώ Γαϊτάνη, Φάνη Δημητρακούδη, Νίκη Σταυρίδη και Αναστασία Χουντουμάδη - κατάλαβα πολλά πράγματα γύρω από τη σχέση μας – των γυναικών – με την ηλικία.
Το βιβλίο περιλαμβάνει αρκετές μαρτυρίες γυναικών στη Μέση Ηλικία γύρω από θέματα  σχέσεων – με το άλλο ή το ίδιο  φύλο, με τους γονείς, με τα παιδιά -  θέματα υγείας, σεξουαλικότητας κλπ.
Στο τέλος περιλαμβάνει κι ένα ερωτηματολόγιο, το οποίο θεωρώ πολύ χρήσιμο, καθώς μπορεί η κάθε αναγνώστρια να το απαντήσει μόνη της, χωρίς κανείς να τη δει και να την ακούσει, κάτι σαν μια εξομολόγηση στον εαυτό της.
Διαβάζοντας τις μαρτυρίες αυτές, με τη μορφή συνεντεύξεων πιστεύω πως κάθε γυναίκα θα ταυτιστεί με πολλές καταστάσεις απ’ αυτές που περιγράφονται, και σε κάποιες θα αναγνωρίσει σκέψεις, τις οποίες η ίδια δεν τόλμησε ποτέ να εξωτερικεύσει, ίσως ούτε και στον ίδιο της τον εαυτό.
Το κυρίαρχο μοτίβο που επαναλαμβάνεται είναι η σχέση των γυναικών με το χρόνο. Όλες οι γυναίκες δείχνουμε να πενθούμε για τα κορίτσια που υπήρξαμε κάποτε, όπως πολύ όμορφα το λέει η ποιήτρια Νίκη – Ρεβέκκα Παπαγεωργίου στην προμετωπίδα ενός από τα κεφάλαια του βιβλίου.

«Σε μια δασωμένη εποχή κατοικούν τα κορίτσια που υπήρξα, σε μια περασμένη εξοχή, σε μια πατρίδα στο χρόνο που δεν μπορώ να επιστρέψω


Είναι αλήθεια πως όταν το πρόσωπο χαράζεται από τις γραμμές του χρόνου, το κορμί χάνει τη δύναμη και το σφρίγος του κοιταζόμαστε στον καθρέφτη και μελαγχολούμε. Η εμφάνιση είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που τσαλακώνεται απ’ το χρόνο. Μαζί με την αλλαγή στην εμφάνιση προκύπτουν κι άλλες αλλαγές: τα παιδιά μας μεγαλώνουν, οι γονείς μας γίνονται ανήμποροι, κάποιες σχέσεις ή ο γάμος περνάνε κρίση, παρουσιάζονται προβλήματα υγείας…
Παρόλα αυτά, μετά από κάποια ηλικία – και τα πενήντα είναι μια τέτοια ηλικία- καμπή για τη γυναίκα – αξίζει να επανεξετάσουμε τη ζωή μας.
Κοιτώντας προς τα πίσω να χαιρόμαστε γι αυτά που ζήσαμε, γι αυτό που υπήρξαμε, χωρίς όμως να κολλάμε σ’ αυτά, γιατί τότε θα γίνουμε σαν τη γυναίκα του Λωτ.
Να κοιτάξουμε μπροστά με προσδοκία, με ελπίδα, αντλώντας από μέσα μας αλλά κι από τους γύρω μας δύναμη, νέες ιδέες, νέα ενδιαφέροντα κι ό,τι άλλο ήθελε προκύψει. Να κρατήσουμε ζωντανές τις παλιές φιλίες – γιατί ο παλιός είναι αλλιώς – χωρίς να αποκλείουμε τις νέες – γιατί κι ο νέος είναι ωραίος.
Ας δεχτούμε λοιπόν, τις αλλαγές και ας επωφεληθούμε από την πείρα και την ωριμότητα που κερδίσαμε όλα αυτά τα χρόνια, όπως λένε οι πιο αισιόδοξες γυναίκες στο βιβλίο.
Ας μην πενθούμε για τα όμορφα κορίτσια που υπήρξαμε. Ας χαρούμε για τις γυναίκες που είμαστε, κι ας φροντίσουμε να κάνουμε αισθητή στους γύρω μας την άλλη ομορφιά μας, αυτήν που πηγάζει από μέσα μας.