Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

Ντυμένη στα χρυσάφια



Μετά από ένα πολύωρο ταξίδι με καράβι (από το Λαύριο) αντικρίσαμε επιτέλους τις ακτές της Λήμνου. Καφετιές, πετρώδεις και απόκρημνες, δεν μας ξάφνιασαν μια και ξέραμε πως επρόκειτο για ηφαιστειογενές νησί.
Η πρώτη αυτή εντύπωση άλλαξε όταν το πλοίο έφτασε στη Μύρινα, μια όμορφη και ήρεμη  πόλη με δυο γιαλούς, τον ρωμαίικο   και τον τούρκικο, τους οποίους χωρίζει ο ψηλός βράχος του Κάστρου, έτσι όπως η θάλασσα του Αιγαίου  χωρίζει τους δυο λαούς.
Ρωμαίικος γιαλός

Το κάστρο

Τούρκικος γιαλός

Αφήνοντας πίσω μας τη Μύρινα για το Πορτιανού (ή Πορτιανό), το τοπίο αλλάζει για μια ακόμη φορά. Καθώς φτάσαμε αρχές Ιουλίου, τα κίτρινα χρώματα από τα θερισμένα σπαρτά φωτισμένα από τον απογευματινό ήλιο έπαιρναν μια χρυσαφένια απόχρωση. Το χρώμα αυτό κυριαρχεί στο τοπίο της Λήμνου – μην ξεχνάμε ότι τροφοδοτούσε με σιτηρά την αρχαία Αθήνα αλλά και το Βυζάντιο. Έτσι, η Λήμνος θα μείνει στην καρδιά μου ζωγραφισμένη μ’ αυτό το χρυσοκίτρινο χρώμα.


Τα χρυσαφιά της Λήμνου


Από τα σημεία αρχαιολογικού ενδιαφέροντος  μας εντυπωσίασαν:
Α)Η Πολιόχνη, πόλη που χτίστηκε στην νεολιθική εποχή του Αιγαίου με το Βουλευτήριό της, -έναν ορθογώνιο χώρο με μερικές κερκίδες ή έδρανα-, το οποίο θεωρείται η πρώτη Βουλή της Ευρώπης. Είναι συγκινητικό να σκέφτεσαι ότι οι άνθρωποι – τόσο παλιά – συγκεντρώνονταν εκεί και συζητούσαν για τα κοινά, έπαιρναν αποφάσεις για το καλό της πόλης τους.


Το Βουλευτήριο στην Πολιόχνη

Β) Το ιερό των Καβείρων, πάνω από γαλαζοπράσινα νερά.

Γ) Η Ηφαιστία (πολλοί την γράφουν Ηφαιστεία), πλούσια και μεγάλη πόλη. Σώζεται το αρχαίο θέατρο, στο οποίο δίνονται και τώρα παραστάσεις. Απολαύσαμε την κουβεντούλα με τον κ. Φώτη, τον φύλακα, ο οποίος αγαπά πραγματικά τον τόπο του και πονάει τα αρχαία. Εκείνος μας μίλησε και για την Λημνία γη, που έβγαινε στην περιοχή, ένα είδος πηλού με κοκκινωπή απόχρωση, το οποίο χρησιμοποιούσαν για θεραπευτικούς σκοπούς, η εξόρυξη του δεν επιτρεπόταν στον καθένα, ήταν ελεγχόμενη, και θεωρείται το πρώτο τυποποιημένο φάρμακο στην ιστορία της ιατρικής. Σήμερα είναι γνωστό το χρώμα Terra Lemnia, ένα κοκκινωπό - καφέ χρώμα( σαν την απόχρωση που ονομάζουμε σάπιο μήλο, θα έλεγα).
Το αρχαίο θέατρο στην Ηφαιστία

Δ)Το Αρχαιολογικό Μουσείο, στεγασμένο σ’ ένα νεοκλασικό, μικρό (μόνο ο πρώτος όροφος λειτουργεί για την ώρα), αλλά σύγχρονο με ωραία παρουσίαση των εκθεμάτων. Μας εντυπωσίασαν τα μαστόμορφα  αγγεία  καθώς και οι μαρμάρινες πλάκες οι οποίες στήνονταν για να σημαίνουν τα υποθηκευμένα κτήματα.

Να πούμε δυο λόγια και για τις παχιές Αμμούδες. Στη μέση του πουθενά, πάνω σ’ ένα βουνό συναντά κανείς μια έκταση καλυμμένη  με άμμο. Μια μικρή έρημος. Εκεί μια οικογένεια Γερμανών άφησε τα μικρά παιδιά της να τσουλήσουν πηδώντας στην αμμουδερή κατηφοριά, ενώ η Ελληνίδα μάνα φώναζε υστερικά «Μηηηη» στο δικό της παιδί , το οποίο βλέποντας τα άλλα να το διασκεδάζουν θέλησε να κάνει το ίδιο.

Ένα άλλο αξιοθέατο του νησιού είναι η Παναγιά η Κακαβιώτισσα. Επειδή μας είπαν ότι έχει δύσκολο και ανηφορικό ποδαρόδρομο ξεκινήσαμε ένα απόγευμα για να πάμε με το αυτοκίνητο μέχρι ένα σημείο και μετά να ανεβούμε με τη δροσιά. Βάλαμε μπρος το GPS και μπήκαμε στο χωματόδρομο. «Σε 50 μέτρα στρίψτε δεξιά», «σε 500 μέτρα στρίψτε αριστερά»... Ο δρόμος γινόταν όλο και πιο κακοτράχαλος ενώ  άρχισε να σκοτεινιάζει, ώσπου σε κάποια στροφή– ο Θεός ή η Κακαβιώτισσα μας τον έστειλε-  συναντήσαμε έναν κεφάτο τσοπάνο με τον γιο του. Σταματήσαμε να πάρουμε πληροφορίες.
«Αυτό σας έφερε από δω;» μας ρώτησε δείχνοντας το GPS και γέλασε κοροϊδευτικά. Έτσι γυρίσαμε πίσω και την άλλη μέρα το πρωί πήγαμε από κει που μας είπε. Φαίνεται δε, πως η Παναγία θέλησε να μας ανταμείψει για την προσπάθειά μας γιατί τόσο όσο ανεβαίναμε -περίπου 40 λεπτά σε σκαλοπάτια-  αλλά και στο γυρισμό είχαμε συννεφιά. Το εκκλησάκι είναι χωρίς σκεπή είναι όμως φωλιασμένο μέσα στο βράχο ο οποίος το σκεπάζει, όπως ένα μαργαριτάρι μέσα στο ανοιγμένο κοχύλι του.  Εκεί, η καλλίφωνη φίλη μας έψαλε την παράκληση στην Παναγία προς μεγάλη ευχαρίστηση των διαφόρων προσκυνητών.
Η Παναγία η Κακαβιώτισσα

Από τα χωριά της Λήμνου ξεχωρίζουμε το Πορτιανού, όπου και μείναμε στο όμορφο πατρικό του Μανώλη, ένα δίπατο σπίτι με μπορντούρες στο χρώμα ακριβώς της Λημνίας γης.

Χωριό με αρχοντικά και περιποιημένα σπίτια, με ένα υπέροχο σχολικό κτίριο και μια ενδιαφέρουσα εκκλησία καθώς και δύο μουσεία: Λαογραφικό και Κέντρο Ιστορικής Ενημέρωσης. Το χωριό  διαδραμάτισε ένα ρόλο στη νεότερη  Ιστορία.  Οι Άγγλοι έφερναν στη Λήμνο, (καθώς  και στην Ίμβρο),  τους στρατιώτες του ΑΝΖΑC (Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς κυρίως) που πολεμούσαν στην Καλλίπολη για να ξεκουραστούν ή να αναρρώσουν. Πολλοί πέθαναν και θάφτηκαν στο χωριό και στο Μούδρο, όπου υπάρχουν και τα δύο συμμαχικά νεκροταφεία της Λήμνου. Στο Πορτιανού ήταν και το στρατηγείο του Τσόρτσιλ.
Υπάρχει επίσης και ρωσικό νεκροταφείο όπου είναι θαμμένοι Ρώσοι του Λευκού στρατού, οι οποίοι κατέφυγαν στη Λήμνο μετά την ήττα των Κοζάκων στη μάχη της Κριμαίας.  
Στην κεντρική πλατεία του χωριού, κάτω από μια πελώρια μουριά έχει στήσει τα τραπεζάκια της η Δρακότρυπα. Από τα νόστιμα φαγητά που φάγαμε ξεχωρίσαμε το χοιρινό κότσι, το αρνάκι στη γάστρα και τις τηγανητές μελιτζάνες.
Πρέπει να πούμε βέβαια, πως στη Λήμνο φάγαμε καλά, όπου κι αν πήγαμε. Έχουν ντόπια υλικά, κρέατα, τυριά, εξαιρετικά κρασιά, λαχανικά, τα υπέροχα φλωμάρια, παξιμάδια και ψωμιά – σιτοβολώνας, είπαμε, το νησί.
Η Νέα Κούταλη, προσφυγικό χωριό, μας άρεσε επίσης πολύ.  Με άνετους δρόμους, εκκλησία με πολλά κειμήλια που έφεραν από την Κούταλη της θάλασσας του Μαρμαρά και ένα μικρό αλλά πολύ καλοφτιαγμένο μουσείο σπογγαλιείας, στο οποίο μας ξενάγησε η ευγενική κ. Αργυρώ, η οποία στο τέλος  μας φωτογράφισε και  με τον «σίδερα μασάει»  Κουταλιανό (την προτομή του, εννοείται).
Στον Άγιο Δημήτριο ένα όμορφο χωριό πάνω στο δρόμο Μύρινας – Μούδρου ανακαλύψαμε την κ. Φωτεινή και τα έργα των χειρών της. Γλυκά, βενιζελικά και αμυγδαλωτά, φλωμάρια, τυροπιτούδια και σπανακοπιτάκια, όλα με αγνά υλικά. Αφού ψωνίσαμε η κ. Φωτεινή μας πρόσφερε και από ένα δώρο. Γενικά οι άνθρωποι στη Λήμνο σε υποχρέωναν με την ευγένειά τους και τα φιλέματά τους. Ό,τι αγοράζαμε, συνοδευόταν και από μια προσφορά, ένα δώρο, επειδή, λέει, τους προτιμήσαμε.
Στο χωριό Κοντιάς υπάρχει Πινακοθήκη Βαλκανικής Τέχνης, όπου τις μέρες που είμασταν εκεί είχε αναδρομική έκθεση του Λημνιού Ράλλη Κοψίδη.
«Αυτό το νησί παραλίες δεν έχει;» σας φαντάζομαι να αναρωτιέστε καθώς διαβάζετε αυτό το οδοιπορικό, αλλά βέβαια τις άφησα για το τέλος. Μεγάλες και παρθένες οι παραλίες της Λήμνου. Η πιο μικρή, το μικρό Φαναράκι, κοντά στο Μούδρο, είναι σ’ ένα ειδυλλιακό τοπίο με υπέροχα νερά, συγκεντρώνει όμως πολύ κόσμο επειδή μαζί με το μεγάλο Φαναράκι έχει εύκολη πρόσβαση με καλό δρόμο. Οι υπόλοιπες παραλίες προσεγγίζονται από χωματόδρομους, σε αποζημιώνουν όμως με τις αμμουδιές και τα καθαρά νερά τους. Εμείς αφού επισκεφτήκαμε σχεδόν όλες, καταλήξαμε στην παραλία του Εβγάτη, τεράστια παραλία με άμμο μέσα κι έξω από το νερό, με λίγο κόσμο (άνεση στις ξαπλώστρες) και κοντά στο χωριό που μέναμε.


Παραλία Εβγάτη (Ρ. Σταθοπούλου)

Ένα βράδυ στη Μύρινα είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε  τοπικά τραγούδια και να χαρούμε τους όμορφους Λημναίικους χορούς τον περίφημο «Κεχαγιά» και το «Πάτημα», δυστυχώς, όμως, χωρίς ζωντανή μουσική. Απορήσαμε πώς δεν υπάρχουν οργανοπαίχτες σε ένα τόσο πλούσιο κατά τα άλλα νησί.
Εγώ είχα και μια ιδιαίτερη συγκίνηση στη Λήμνο. Είχα την ευκαιρία να αγναντέψω από μακριά την Ίμβρο. Υπήρχαν πάντα δεσμοί μεταξύ των δύο νησιών και θυμάμαι την Ίμβρια μητέρα μου να τραγουδά τον  Κεχαγιά. Την ημέρα που πήγαμε στην Πλάκα, - εκεί είναι το κοντινότερο σημείο των δύο νησιών – η ατμόσφαιρα δεν ήταν καθαρή, τρεις μέρες αργότερα όμως, από την κορυφή του Προφήτη Ηλία στο Πορτιανού η Ίμβρος φαινόταν ολοκάθαρη, με τις απαλές γραμμές της και τα χρώματά της που θα είναι πάντα γαλάζια, όπως κι αν χαράζονται τα σύνορα. Και οι Τούρκοι όταν άλλαξαν το όνομα της σε Γκιοκτσέ αντά δεν πρόσεξαν ότι «γκιοκτσέ» σημαίνει ουράνιος, αλλά και γαλάζιο του ουρανού.
Όταν ξεκίνησα να γράφω τις εντυπώσεις μου από τη Λήμνο, είχα σκοπό να αναφερθώ εν συντομία σ’ αυτά που μας εντυπωσίασαν. Το νησί όμως ήταν γεμάτο εκπλήξεις και δεν μπορούσα να αποσιωπήσω καμιά από αυτές. Να πάτε στη Λήμνο, αν σας αρέσει η ηρεμία, η θάλασσα, ο πολιτισμός, η αρχαιολογία, η ιστορία, το καλό φαγητό, το άρωμα από διακοπές μιας άλλης εποχής.

Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

Η αιώνια ερωμένη, η παντοτινή


Σύντομες είναι  οι "Μικρές αστόλιστες ιστορίες" (Εστία, 2018) της Νίκης Σταυρίδη, το λέει κι ο τίτλος "μικρές", όχι όμως κι "αστόλιστες", όπως μετριόφρονα τις ονόμασε η ίδια. Στολισμένες είναι, με μνήμες και νοσταλγία,  με ήχους από ούτι και λατέρνα, με έρωτα  και συλλογικό φόβο, με ενοχές και απελευθερώσεις, με τη γεύση των ιτσλί, με αγάπες και διαψεύσεις, με στάχτη και καπνούς από παλιά βιβλία…
Μα εκείνο που ξεχωρίζει τις ιστορίες αυτές από άλλα βιβλία που γράφτηκαν για την Κωνσταντινούπολη είναι η ερωτική σχέση της Σταυρίδη με την πόλη αυτή. Κι αυτός ο έρωτας για τη "μήτρα" Πόλη, αυτός ο σεβντάς,  ξεχύνεται σαν χείμαρρος ορμητικός μέσα από τις σελίδες της συλλογής:

"Με γέννησες, με βύζαξες, με ανοιγόκλεισες μέσα στα οστρακοειδή σου - μύδια και στρείδια – για να βυζαίνω το αφροδισιακό τους υγρό και τα μάτια μου να μαθαίνουν το σχήμα του φρούτου σου και τα δόντια να κρατούν  ανάμεσά τους το φωτεινό μαργαριτάρι."

"Πόλη που ζητιάνεψα δεκάρα δεκάρα την αγάπη σου, που ικέτεψα την αποδοχή σου."

 "Πόλη που υποτάχτηκα στους φρουρούς και στους αφέντες σου για να μ’ αφήσεις να σε περπατώ."

"Εσύ ήσουν η γκόμενά μου και σ’ άφησα κι έφυγα. Τώρα, τι να μου κάνεις. Τι κι αν επιστρέφω…"

Και επιστρέφει πάντα η συγγραφέας σ’ αυτή την πιστή - άπιστη ερωμένη, επιστρέφει για ν’ αναζωογονηθεί πατώντας,  ως άλλος Ανταίος, στα χώματά της, να αναβαπτισθεί στα νάματά της σε ένα διαρκές ταξίδι ενηλικίωσης.
Επειδή  είναι και μια πορεία προς την ενηλικίωση αυτές οι ιστορίες:
Με το μικρό κορίτσι που βλέπει τα καράβια με την ελληνική σημαία στο λιμάνι- "Θα πω μυστικά στη φιληνάδα μου, στο σχολείο, ότι σήμερα το πρωί είδα την ελληνική σημαία"- και  την νεαρή έφηβη να διεκδικεί ένα κλειδωμένο συρτάρι στο μπουφέ για να κρύβει όσα γράφει. 
Με τις πρώτες ανησυχίες για τη διαφύλαξη της παρθενιάς, την προσμονή και το φόβο για το σεξ, την έλξη προς τον απαγορευμένο έρωτα με Τούρκο…
Με τον έρωτα που έρχεται όταν πια το κορμί γνωρίζει τι ζητά, αλλά και την ωριμότητα να αρκείσαι ακόμη και σε κάτι φευγαλέο, όπως "να σου ξαναχαρίσει η ζωή μια στιγμή μαζί".
 Με τον στοχασμό για τη θέση των γυναικών, που δεν μας έχουν ικανές  για "μεγάλα σχέδια", αλλά ξέρουμε  "να φτιάχνουμε γλυκό το πικρό νεράντζι" κι αφήνουμε το βιολί – τον "Γκιούλιβερ"- να το αιχμαλωτίσουν τα παιδιά μας, μπορούμε όμως να γίνουμε πολύ σκληρές προς τα πρόσωπα που εξουσιάζουμε.
Και να συνεχίζεται η πορεία αυτή με την επίσκεψη στον οικογενειακό τάφο, ο οποίος είχε πάνω του ένα ανοιχτό μαρμάρινο βιβλίο όπου χάραζαν τα ονόματα των θαμμένων…  "Ξήλωσα τον κισσό, βγήκε το ανοιχτό βιβλίο στη μέση, έπλυνα το μνήμα, πήγα ήρθα στη βρύση. Ήμουν σαράντα χρόνων και. Κάτι άρχισα να καταλαβαίνω από τη λάτρα των τάφων."

Μικρές νυχτερινές μουσικές τα τριάντα τρία διηγήματα και η "νυχτερινή αφιέρωση" που αποτελούν τη συλλογή. Πεζός λόγος, γεμάτος ποίηση. Η ποίηση εξάλλου είναι πανταχού παρούσα, αφού στίχοι του Ορχάν Βελί Κανίκ και του Ναζίμ Χικμέτ, του Πολ Ελιάρ, της Σαπφούς και του Σολωμού, ξεπηδούν κάθε τόσο και στολίζουν κι αυτοί της αστόλιστες ιστορίες, για να μην ξεχάσουμε και τη σκιά του Καβάφη που πέφτει πάνω στις σελίδες τους. Με τον Καβάφη δε, συνειρμικά μου έρχεται στο μυαλό η Αλεξάνδρεια κι ο Λόρενς Ντάρελ. Στο Αλεξανδρινό Κουαρτέτο βλέπει κι αυτός την πόλη σαν μια γυναίκα – ερωμένη. Πόλεις, μωσαϊκά φυλών και παλίμψηστα πολιτισμών, που εμπνέουν τον έρωτα.
Είμαι σίγουρη ότι οι διηγήσεις, έτσι αποκαλεί τις ιστορίες της η Νίκη Σταυρίδη, θα διαβαστούν  με απόλαυση. Λίγοι, - ελάχιστοι ελπίζω-  ίσως να δυσαρεστηθούν επειδή η συγγραφέας τους θίγει κάποια θέματα που ήταν (ή και είναι;) ταμπού. Ναι, κάποια πράγματα ίσως έμεναν στο σκοτάδι, αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν υπήρχαν και δεν ζούσαν τη μυστική ζωή τους κάτω από την επιφάνεια. Νομίζω, ωριμάσαμε αρκετά ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε πια για όλα. Άλλωστε αυτά που γράφει κανείς έχουν αξία αν προκύπτουν από πηγαία συναισθήματα και γνήσιους προβληματισμούς, πράγμα που ισχύει για τις διηγήσεις της συλλογής.


Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Για την Αμοργό


Κι ένας παλιός ανεμόμυλος λησμονημένος απ' όλους
Με μια βελόνα δελφινιού ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του
"Από το σπίτι της Άννας, στη Χώρα Αμοργού" Ρ.Σταθοπούλου, ακουαρέλα

Ο παλιός ανεμόμυλος ήταν η πρώτη εικόνα που αντίκρυσα όταν βγήκα στη βεράντα του όμορφου παραδοσιακού σπιτιού, το οποίο  με περισσή αγάπη και ευγένεια μας παραχώρησε η φίλη μας Άννα, στη Χώρα της Αμοργού. Κι αναπόφευκτα έφερε στη μνήμη στίχους από την Αμοργό, παρόλο που το ποίημα φαίνεται να μην έχει καμμιά σχέση με το νησί κι ο Γκάτσος ίσως να μην πάτησε ποτέ το πόδι του εκεί. Αργότερα είδαμε και τους υπόλοιπους ερειπωμένους αδελφούς του ανεμόμυλου, να στέκουν καρτερικά περιμένοντας αυτούς που θα τους αναστηλώσουν και θα αξιοποιήσουν αυτή την πολιτιστική κληρονομιά του νησιού.
Όμορφες οι μέρες που περάσαμε στην Αμοργό. Στα Κατάπολα που μας υποδέχθηκαν και πλαισιώνουν με τις τρεις γραφικές συνοικίες τους τον όρμο που είναι και το ένα από τα δύο λιμάνια του νησιού,  στην πανέμορφη Χώρα και τα περιποιημένα χωριά. Με τους ζεστούς και φιλόξενους ανθρώπους που συναντήσαμε. Στις ασύγκριτες γαλαζοπράσινες παραλίες,και στα όμορφα εστιατόρια με το καλό φαγητό. Στη νυχτερινή διασκέδαση αλλά και στις πρωινές λειτουργίες. Στο μουσείο και στους αρχαιολογικούς χώρους.

"Από το σπίτι της Βαγγελίτσας στα Κατάπολα" Ρ. Σταθοπούλου, ακουαρέλα

Μερικά στιγμιότυπα από τις παραμονή μας στο νησί:

Μόλις φτάσαμε μετά από ταξίδι εννέα ωρών από τον Πειραιά – μην τρομάζετε μπορείτε να πάτε και σε 5-6 ώρες - κι αφού τακτοποιηθήκαμε, ψάξαμε στο χάρτη την πιο κοντινή παραλία για να προλάβουμε το μπάνιο και να κερδίσουμε τη μέρα. Έτσι φτάσαμε στην παραλία της Αγ. Άννας, γνωστή κι από την ταινία Απέραντο γαλάζιο. Ο ήλιος έχει ήδη κρυφτεί - η παραλία είναι στα ανατολικά και σκιάζεται από το βουνό, απ’ όπου κατεβαίνεις με αρκετά φιδογυριστά σκαλοπάτια-  και τα νερά έχουν ένα πιο σκοτεινό  γκριζογάλανο χρώμα αυτή την ώρα, είναι όμως τόσο διαυγή και δροσερά που μας αποζημιώνουν. Η κούραση γλιστράει από πάνω μας για να βυθιστεί στον βοτσαλωτό βυθό και μετά το μπάνιο ανεβαίνουμε μ’ άλλη ζωντάνια τα πολυάριθμα σκαλιά για να ατενίσουμε την απεραντοσύνη της θάλασσας από το καφέ που είναι σκαλωμένο στο γκρεμό πάνω από την παραλία και φέρει το  όνομα Big Blue!  Σχολιάζουμε τη διαφορά των λέξεων big και  grand (Le Grand bleu, είναι ο τίτλος της ταινίας στα γαλλικά) σε αντιδιαστολή με τη λέξη  απέραντο και συζητάμε για τις ταινίες που έγιναν αιτία να γνωρίσουν οι ξένοι κάποια από τα νησιά μας.

 Η επίσκεψη στο μοναστήρι της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, μια αετοφωλιά, σκαλωμένη στο γκρεμό πάνω από την καταγάλανη θάλασσα είναι μια ανεπανάληπτη εμπειρία και αξίζει κάθε ένα από τα αμέτρητα σκαλιά που ανεβαίνει κανείς. Είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε εκεί μια λειτουργία και να συζητήσουμε μετά με τον πρόσχαρο Ηγούμενο της Μονής.  Πολύ όμορφο μέσα σε ανθισμένο κήπο και το μετόχι της Μονής, το μοναστήρι του Αι Γιώργη του Βαλσαμίτη, στη θέση όπου στην αρχαιότητα υπήρχε ένα σπουδαίο μαντείο.
"Παραδείσια" Ρ. Σταθοπούλου, ακουαρέλα

Στο μικρό αρχαιολογικό μουσείο της Χώρας ένας ευγενέστατος και πολύ κατατοπισμένος φύλακας, ο Παρασκευάς, απάντησε στις ερωτήσεις μας σχετικά με δύο ευρήματα που μας εντυπωσίασαν.  Όταν δυο τρεις μέρες αργότερα πήγαμε στην περιοχή της Αρκεσίνης, για να επισκεφτούμε τον Πύργο, ο οποίος χρονολογείται στα τέλη περίπου του 4ου π.Χ. αιώνα και θεωρείται το καλύτερα διατηρημένο κτίσμα αυτού του τύπου στις Κυκλάδες, μας περίμενε μια έκπληξη. Ο φύλακας που μας υποδέχθηκε ήταν ο δίδυμος αδελφός του Παρασκευά! Διαπιστώσαμε βέβαια, πως δεν επρόκειτο για αδελφό του, αλλά για τον ίδιο, ο οποίος μαζί με έναν ακόμη φύλακα κάνουν εκ περιτροπής  βάρδια, πότε στον μουσείο και πότε στον Πύργο. Μας λύπησε το γεγονός ότι ο Πύργος δεν έχει αξιοποιηθεί όπως του αξίζει.

Αν και στο νησί το φαγητό ήταν παντού προσεγμένο και με τοπικά κυρίως προϊόντα, ξεχωρίσαμε το ζαχαροπλαστείο Καλλιστώ στη Χώρα για τα φρέσκα γλυκά του  και το εστιατόριο – μεζεδοπωλείο που βρίσκεται δίπλα στον  Πύργο για τη σπιτική και τοπική κουζίνα του:  τα γιαπράκια με λαχανίδα, τη φάβα, το κατσικάκι και  τις σπανακόπιτες με τα υπέροχα μυρωδικά, τα οποία μπορέσαμε να τα αναγνωρίσουμε όλα, εκτός από ένα. Αν και η μαγείρισσα  πολύ πρόθυμα μας φανέρωσε το μυστικό, δεν θα σας το αποκαλύψω.

Στο κέντρο του οικισμού, στη Χώρα,  στέκει ένας πανύψηλος βράχος ο οποίος υψώνεται σαν σφιγμένη γροθιά πάνω από τα άσπρα σπίτια της. 
"Το Κάστρο στη Χώρα Αμοργού" Ρ. Σταθοπούλου, ακουαρέλα

Την τελευταία μέρα από ένα καφενείο της πλατείας μας έδωσαν το τεράστιο σκουριασμένο κλειδί που ανοίγει την πόρτα μιας εκκλησούλας για  να μπούμε από κει στο εσωτερικό του Κάστρου, στην κορυφή του βράχου αυτού. Ανεβήκαμε μ’ έναν τρελό αέρα να απειλεί να μας γκρεμοτσακίσει από τις στενές σκάλες, αλλά οι προσπάθειες μας με το κλειδί απέτυχαν και επιστρέψαμε απογοητευμένοι στην πλατεία της Λόζας για να πιούμε τον καφέ της παρηγοριάς. Η Αμοργός όμως δεν μας άφησε να φύγουμε με παράπονο. Αργότερα, στο κεντρικό και πολύ στενό σοκάκι της Χώρας τρώγαμε το τελευταίο αλλά όχι και μυστικό δείπνο μας, αφού όλοι οι περαστικοί μπορούσαν να σκύψουν πάνω από τα πιάτα μας,  να ρίξουν λαίμαργες ματιές και να πάρουν μυρωδιά – όχι, δεν άπλωσε κανείς το χέρι στα μεζεδάκια.  Εκεί, λοιπόν,  βρέθηκε ως δια μαγείας, ένας καλός κύριος ο οποίος άκουσε το παράπονό μας και προσφέρθηκε να μας οδηγήσει  ο ίδιος στο Κάστρο. Άνοιξε πανεύκολα  την πεισματάρα πόρτα κι έτσι είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε τη βραδινή θέα από την κορυφή του βράχου.

Αν τώρα λέτε, πως σ’ όλες τις Κυκλάδες, αλλά και σ’ άλλα νησιά,  μπορεί κανείς να ζήσει παρόμοιες εμπειρίες δεν θα διαφωνήσω. Εκείνο όμως που κάνει την Αμοργό να ξεχωρίζει είναι το τοπίο της. Και μπαίνω πάλι στον πειρασμό να κάνω το ίδιο λάθος και να παραθέσω άλλον ένα στίχο από την Αμοργό:

  Το ξέρω είσαι μια φλέβα γυμνή κάτω από το φοβερό βλέμμα του ανέμου...

"Αμοργός" Ρ. Σταθοπούλου, ακουαρέλα 

Το τοπίο της Αμοργού είναι άγριο, και κατά τόπους σχεδόν σεληνιακό, κυρίως στο δρόμο προς την Αιγιάλη, με γυμνό και πετρώδες έδαφος, τόσο που να αναρωτιέσαι με τι τρέφονται τα πολυάριθμα κατσίκια. Με γκρεμούς που πέφτουν απότομα στη θάλασσα κόβοντας την ανάσα, με βράχους που σωριάστηκαν από μια κοσμογονία, λες και το νησί το πελέκησε ένα τεράστιο τσεκούρι κόβοντας το στη μέση και μ’ έναν άνεμο ανελέητο να απειλεί κάθε στιγμή να σε πάρει μαζί του. Κι όλο αυτό το άγριο τοπίο το τριγυρίζει η πιο  καταγάλανη θάλασσα με ένα μπλε ultramarine, τέτοιο που μόνο στο Αιγαίο μπορείς να αντικρίσεις. Και το μπλε αυτό παίρνει ένα πρασινωπό χρώμα στα παράλια και γύρω από τα νησάκια που είναι σπαρμένα κοντά στις ακτές και κάνουν το τοπίο από ψηλά να θυμίζει φιορδ. Γλυκαίνει η θέα αυτών των νερών την ψυχή.  Και όλο αυτό το κράμα άγριου βράχου και φοβερού ανέμου με το  απέραντο γαλάζιο και το απαλό γαλαζοπράσινο έκανε την φίλη μας Αθηνά να πει ότι το νησί έχει μια «άγρια ηρεμία». Κι αυτή η άγρια ηρεμία του είναι που σε συναρπάζει.  

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Το ντάμι


Για το καλωσόρισμα της καινούριας χρονιάς ένα διήγημά μου, το οποίο δημοσιεύτηκε στην Κινστέρνα (Περιοδικό Λόγου και Τέχνης που εκδίδει η Εταιρεία Μελέτης της Καθ’ Ημάς Ανατολής) τεύχος 24, Δεκέμβριος 2014, σ. 88-98.

Ντάμια, έλεγαν στην Ίμβρο τις μικρές αγροικίες στις εξοχές, όπου μετακόμιζαν το καλοκαίρι για να βρίσκονται κοντά στις αγροτικές εργασίες τους (θέρισμα, αλώνισμα,  κλπ.)
Στο πλαίσιο του προγράμματος διάλυσης (eritme programı)  του ελληνικού πληθυσμού της Ίμβρου που  εφάρμοσε η τουρκική κυβέρνηση (δεκαετίες ‘60 –‘70 κυρίως) πολλές αγροτικές εκτάσεις και βοσκοτόπια απαλλοτριώθηκαν. Έτσι τα ντάμια ερήμωσαν και ρήμαξαν είτε επειδή βρέθηκαν μέσα στην έκταση που πήρε το κράτος, είτε επειδή οι κάτοικοι, τρομαγμένοι από τις πιέσεις και την όλη κατάσταση  στο νησί  εγκατέλειψαν τις περιουσίες τους και αναζήτησαν αλλού την τύχη τους.

Ιδού το διήγημα, το οποίο αφιερώνω στην Μ.

Το ντάμι

«Σταμάτα εδώ», μου φώναξε η γυναίκα μου κι η φωνή της ακούστηκε παράξενη με μια στριγκή χροιά.
Από χτες που αποφασίσαμε αυτή την εκδρομή έχει έναν εκνευρισμό, άλλο πράμα. Δεν την έπαιρνε ο ύπνος και το στριφογύρισμά της στο παλιό κρεβάτι των γονιών της με το γουβιασμένο στρώμα με ξύπνησε αρκετές φορές.
Και σήμερα, σε δυο σημεία μου φώναξε να σταματήσω στην άκρη του δρόμου, μα όπως αποδείχτηκε έκανε λάθος.
Τώρα, κατέβηκε απ’ τ΄ αμάξι, έτρεξε μπροστά   και φαίνεται πως βρήκε το δρόμο γιατί μας έγνεψε. Οδήγησα άκρη άκρη στο δρόμο, έσβησα τη μηχανή και τράβηξα χειρόφρενο. Τοποθέτησα το σκίαστρο στο παρμπρίζ για να μη μου ψηθεί το αυτοκίνητο μες τον ήλιο όλη μέρα. Έβγαλα απ’ το πορτμπαγκάζ την τσάντα με το θερμός και τα τάπερ και προχώρησα φορτωμένος. Η υπόλοιπη παρέα, ο Γιαβούζ, η Αντωνία κι ο Σταύρος,  φορτώθηκαν τα δικά τους πράγματα και μ’ ακολούθησαν.
Εκείνη είχε ήδη εξαφανιστεί. Δεξιά, είδαμε ένα άνοιγμα, όχι δρόμος, μα ένα στενό μονοπάτι και μόλις στρίψαμε είδαμε τη λευκή πουκαμίσα της ανάμεσα στα πανύψηλα βάτα.
«Ε, περίμενε», της φώναξα.
Ο Σταύρος σταμάτησε για να φωτογραφίσει την παρέα.
Το μονοπάτι προχωρούσε ανάμεσα σε βάτα και γαϊδουράγκαθα. Που και που κανένα δέντρο έριχνε τη σκιά του, αλλά ο ήλιος είχε φτάσει ήδη ψηλά και τα τζιτζίκια σε τρέλαιναν με το δοξαστικό τους.

Είχα μάθει για το ντάμι, πολύ νωρίς. Μόλις τη γνώρισα. Μου μιλούσε συχνά για την πατρίδα της με τα μάτια της να λάμπουν.
«Είχαμε κι ένα ντάμι, όπου πηγαίναμε τα καλοκαίρια»,έλεγε κι η φωνή της άλλαζε, βάθαινε, όταν το ανέφερε. Και τότε έμαθα τι είναι το ντάμι.
Όταν με πήγε στους γονείς της μου δείξανε και φωτογραφία. Μια μικρή, ασπρόμαυρη.  Έδειχνε ένα χαμηλό πέτρινο κτίσμα κι απέξω καθισμένοι σ’ ένα πεζούλι ήταν τα πεθερικά μου – νέοι τότε – μαζί με άλλους δυο, όλοι με πλατιά χαμόγελα ικανοποίησης. Ένα μεγάλο δέντρο έριχνε τη σκιά του στο σπιτάκι.
Δεν μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, αλλά εκείνοι μιλούσαν με μια έξαψη κι έναν ενθουσιασμό για το «εξοχικό» τους, ώστε βρήκα μερικά ευγενικά λόγια να ψελλίσω. Ήθελα να κάνω καλή εντύπωση.

Η διαδρομή δεν είναι ευχάριστη. Το μονοπάτι σε ορισμένα σημεία δεν υπάρχει, έχει χαθεί κι απορώ πώς η γυναίκα μου βρίσκει το δρόμο. Αλλά φαίνεται ν’ ακολουθεί με τη μύτη, σαν κυνηγόσκυλο, κάποια παμπάλαια ίχνη, που μόνο εκείνη μπορεί ν’ ανακαλύψει.
Η ζέστη μας πλάκωνε ανελέητη κι ο Γιαβούζ, ο οποίος είχε ξεκινήσει με τραγούδια, ξεφυσούσε τώρα λαχανιασμένος. Η γυναίκα μου πηδούσε σαν αγριοκάτσικο και μας έβαζε πότε πότε καμιά φωνή για να μας προειδοποιήσει για κάποιο εμπόδιο ή να μας υποδείξει ένα πιο εύκολο πέρασμα, ενώ η φίλη της μάταια προσπαθούσε να την προλάβει αγκομαχώντας.
Μόνο ο Σταύρος έδειχνε ακούραστος και τραβούσε απτόητος τις φωτογραφίες του. Είχε μείνει αρκετά πίσω και προσπαθούσα να μένω στη μέση – ένας σύνδεσμος – ανάμεσα σ’ εκείνον και την υπόλοιπη παρέα.
Πάντως, αν δεν ήμουν ερωτευμένος με τη γυναίκα μου, όλη αυτή την πορεία στο κακοτράχαλο μονοπάτι, σαν περιπλάνηση στο Φαρ Ουέστ θα την έβλεπα και  θα τη θεωρούσα μεγάλη ταλαιπωρία.
Και τότε, ξαφνικά, το κλίμα άλλαξε. Σε μια στροφή του μονοπατιού, ένα δροσερό αεράκι φύσηξε στα ιδρωμένα μούτρα μας και βρεθήκαμε ν’ αγναντεύουμε, μέσα από ένα διάσελο, μια έκταση με αρκετά δέντρα και μια υπέροχη θέα προς τη θάλασσα.

Λίγο πιο πέρα έστεκε ένα χάλασμα.

Μου κόπηκε η ανάσα απ’ την ομορφιά του τόπου.

***
Λίγο πιο πέρα έστεκε ένα χάλασμα
(Επεξεργασμένη φωτογραφία από το ρημαγμένο ντάμι
του φίλου Παναγιώτη Μαυριανού)

Ήταν ένα θαύμα, πως βρήκα το δρόμο μετά από τόσα χρόνια. Με τα μάτια της καρδιάς, υποθέτω,  γιατί προχωρούσα κι έβλεπα το μονοπάτι όπως ήταν τότε, όταν ο πατέρας μου οδηγούσε το μουλάρι, κι εγώ θρονιασμένη, σαν πριγκιποπούλα, αγνάντευα απ’ την πλάτη του τον θαυμαστό κόσμο της εξοχής μας.
Κι ήταν τα ίδια βάτα, οι ίδιες αχλαπιδιές και τα πουρνάρια, τ’ αγκάθια και τα ξερόχορτα. Οι ίδιες πέτρες που με γνώριζαν θαρρείς καθώς περνούσα τώρα δίπλα τους.
Κι η ρίγανη την ίδια μυρωδιά είχε, και το θυμάρι, κι οι μυρτιές. Τα τζιτζίκια, ακόμα κι η κουρούνα που πέρασε κάποια στιγμή από πάνω μας, ίδια κι απαράλλαχτα…
Και τ’ αγέρι, που το νιώθαμε πάντα να μας καλωσορίζει μέσα στην κάψα του καλοκαιριού το ίδιο ήταν, ίδια η δροσιά και το άρωμά του ίδιο.
Και το τοπίο ανέγγιχτο απ’ το χρόνο απόμεινε κι αυτό απαράλλαχτο. Με τα ισκιερά του δέντρα και την πλαγιά να κατηφορίζει μαλακά προς τη θάλασσα.
«Να, βλέπω το καράβι που βγαίνει απ’ τα στενά και προλαβαίνω να προϋπαντήσω την κόρη μου στο λιμάνι», έλεγε ο πατέρας μου.
Στέκομαι εδώ τώρα και βλέπω κάτω το ντάμι μας.
Μόνο αυτό έχει αλλάξει.
Βλέπω τη ρημαγμένη πόρτα, τα ξεχαρβαλωμένα παράθυρα, τη βουλιαγμένη σκεπή, τον μισογκρεμισμένο τρόχαλο.
Κοιτάζω και κάτι φουσκώνει μέσα μου, ένα κύμα πελώριο ανεβαίνει απ’ τα σωθικά μου και ξεσπά ξαφνικά. Κάτι σαν ουρλιαχτό βγαίνει απ’ το στόμα μου και ξεσπώ σ’ ένα κλάμα γοερό. Κάτι σαν μοιρολόι.
Δεν μπορώ να το σταματήσω.
Δεν θέλω να το σταματήσω!
Καταλαβαίνω πως οι άλλοι έχουν μείνει άναυδοι και με κοιτάνε.
Δεν με νοιάζει.
Κατεβαίνω τρέχοντας, τα δάκρυα έχουν θολώσει τα μάτια μου, αλλά τα πόδια ξέρουν το δρόμο και πετούν πάνω από ρίζες και κοτρόνες και με φτάνουν εκεί, στο ταπεινό σπιτάκι, το ντάμι μας.
Και στο πεζούλι, εκεί κάτω απ’ το μεγάλο δέντρο, πέφτω και συνεχίζω το θρήνο μου.
Θρηνώ για τα πλεκτά κουρτινάκια που στόλιζαν τα παραθύρια του, για το σανιδένιο πάτωμα που έστρωσε ο πατέρας για να μην πατάμε στο χώμα, για τη μυρωδιά απ’ το ρυζόγαλο που έφτιαχνε η μάνα, για τα λουλούδια που τά’βαζε σε κομμένα μπουκάλια για να στολίσει τις θυρίδες δίπλα στο φούρνο.
Κλαίω για το φρέσκο τυρί που έβγαινε απ’ την τζαντίλα, για το άρωμα απ’ το πεπόνι που έκοβε ο πατέρας απ το μποστάνι, για το τραπεζομάντιλο που στρωνόταν στο τραπέζι. Για τη γκαζόλαμπα που ανάβαμε το βράδυ και τα τριζόνια που μας νανούριζαν.
Θρηνολογώ για τους ανθρώπους που πέρασαν απ’ το ντάμι μας και ξαπόστασαν στο πεζούλι του, ήπιαν το δροσερό νερό απ’ τη στάμνα μας,  κι έφαγαν στο τραπέζι μας. Για τα δέντρα που τους πρόσφεραν τον ίσκιο τους, για τον αέρα που χάιδεψε τα μάγουλα τους, για τη θάλασσα που χόρτασε τα μάτια τους.
Μοιρολογώ τους γονείς μου που έφυγαν απ’ τη ζωή σε μια πολύβουη κι ανταριασμένη πολιτεία, μακριά απ’ τον μικρό τους παράδεισο.
Κλαίω και για το ξένοιαστο κορίτσι που δεν θα ξαναγίνω ποτέ, για όλα αυτά που έφυγαν και χάθηκαν και ρήμαξαν, σαν το ντάμι μας.

***

Δεν μπορώ να ηρεμήσω.
Δεν μπορώ να ξεχάσω το κλάμα της.
Αυτό το αναφιλητό, και το κόμπιασμα, όταν κοβόταν η ανάσα της κι έλεγες τώρα θα μείνει και θα σωριαστεί ξέπνοη χάμω.  Κι όμως, έβρισκε το δρόμο το κλάμα και ξανάβγαινε σαν ολολυγμός σκυλιού που θρηνεί το χαμό του αφέντη του.
Ακόμη και τώρα στη νυχτερινή ησυχία, στο γαλήνιο κοιμισμένο χωριό, κάτω απ’ τον όμορφο έναστρο ουρανό, το ακούω. Και νομίζω πως από δω και πέρα αυτός ο γόος θα στοιχειώνει για πάντα τις νύχτες μου.

Έλεγες πως θα ήταν μια όμορφη μέρα, σήμερα. Αν κι έκανε ζέστη κι ιδρώσαμε μέχρι να φτάσουμε, ο τόπος μας αποζημίωσε. Είχε μια δροσιά και μια γαλήνη, σαν μαγεμένος ήταν. Κι η θέα υπέροχη. Έβλεπες όλη εκείνη τη θάλασσα που ζώνει το νησί.
Και τότε εκείνη έβαλε τα κλάματα. Έπεσε πάνω στο πεζούλι του ερειπωμένου νταμιού και θρηνούσε.
Όλοι ξαφνιαστήκαμε. Κι ο άντρας της, άφησε χάμω τις τσάντες που κουβαλούσε μα δεν τολμούσε να πάει δίπλα της, να την παρηγορήσει. Κι οι άλλοι, το ζευγάρι, αμήχανοι κοιταζόντουσαν…
Κι εγώ;
Σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό μου η μέρα που μου ήρθε ο διορισμός για το νησί αυτό. Η χαρά που έκανα σαν έμαθα πως ήταν ένας όμορφος κι ήσυχος τόπος. Πως θα έβρισκα εύκολα σπίτι γιατί οι ντόπιοι έφευγαν και τα νοίκιαζαν ή τα πουλούσαν κοψοχρονιά.
Και τα γράμματα που έγραψα στους φίλους μου με τις φωτογραφίες για να θαυμάσουν την εκπληκτική θέα της βεράντας μου και τις άλλες ομορφιές, μόλις έφτασα στο νησί.
Η απόλαυση να ζεις σ’ έναν ήσυχο και παραδεισένιο τόπο.
Ντράπηκα για τις σκέψεις μου αυτές, ένοιωσα ένοχος, λες και μπορούσαν οι φίλοι μου να τις διαβάσουν, κι έσκυψα το κεφάλι. Και καθώς εκείνη συνέχιζε να ολοφύρεται, ένοιωσα υπαίτιος για τον θρήνο της. Δειλά δειλά έκανα μερικά βήματα προς το μέρος της. Με συστολή, άπλωσα το χέρι μου κι άγγιξα τα μαλλιά της.
«Συγνώμη», της είπα και μετά, διστακτικά, την αγκάλιασα. Κι άρχισα κι εγώ να θρηνώ μαζί της. Και ναι, αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη γιατί εκείνη επέτρεψε τα δικά μου δάκρυα, τα τούρκικα, ν’ αναμειχθούν με τα δικά της ρωμαίικα δάκρυα.
«Συγνώμη, συγνώμη», έλεγα και ξανάλεγα ανάμεσα στους λυγμούς μου, «δεν έπρεπε να σας το κάνουμε αυτό». Και βρέθηκε εκείνη, στο τέλος, να παρηγορεί εμένα.

Όταν ηρεμήσαμε μας έδειξε τα κατατόπια. «Εδώ πήζαμε το τυρί, εδώ ζυμώναμε, εδώ ήταν το περιβολάκι, εκεί έβοσκαν τα πρόβατα. Μόνο καφέ, ζάχαρη και ρακί αγόραζε ο πατέρας απ’ το χωριό. Όλα τ’ άλλα τα είχαμε εδώ». Κι όταν διψάσαμε μας πήγε σε μια μυστική βρύση – πώς τη θυμότανε – αδύνατον να τη βρει κάποιος διαβάτης αν δεν πήγαινε γνωρίζοντας. Και το νερό ήταν κρύσταλλο και πλύναμε τα πρόσωπά μας και δροσιστήκαμε. Κι ο Σταύρος τράβηξε φωτογραφίες κι ανοίξαμε τις τσάντες και φάγαμε κι ήπιαμε καφέ απ’ τα θερμός κι ο Σταύρος έβγαλε κι άλλες φωτογραφίες και τραγουδήσαμε. Ξέρω κι εγώ λίγα ελληνικά τραγούδια.

Και τώρα κατάκοπος πίνω το ρακί μου στο χαγιάτι ενός σπιτιού που ανήκε σε κάποιον που έφυγε. Αναλογίζομαι πόσο ξένοιαστα περνούσα μέχρι τώρα σ’ αυτό το νησί, και πόσο όμορφη παρέα έκανα κάθε Αύγουστο που έρχονταν οι Ρωμιοί, και πόσους φίλους έκανα. Και δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό ν’ αναρωτηθώ, ποιες μνήμες ζωντανεύουν μέσα τους και ποιοι καημοί αναμοχλεύονται και πώς αισθάνονται που έρχονται σαν ξένοι στον τόπο που γεννήθηκαν, και βλέπουν εμένα να κάθομαι στο σπίτι τους. Πώς νιώθουν όταν φεύγουν σαν παρείσακτοι για να γυρίσουν στις τσιμεντένιες πόλεις τους κι αφήνουν εμένα να χαίρομαι τον όμορφο τόπο τους.
Δεν τα είχα σκεφτεί αυτά, μέχρι σήμερα που πήγαμε στο ντάμι κι άκουσα το κλάμα της. Κι όταν την άκουσα να μας περιγράφει πως ζούσανε εκεί τα καλοκαίρια.

Και τώρα ξέρω πως ποτέ ξανά το ρακί μου δεν θα έχει την ίδια γεύση, ποτέ το χαγιάτι μου δεν θα είναι τόσο γαλήνιο όσο πριν, βλέπω τ’ αστέρια και σαν να έχουν χάσει κάτι απ’ τη λάμψη τους κι η ησυχία που είχαν οι νύχτες μου θα ταράζεται απ’ τον απόηχο των ολολυγμών της.

Γιατί είδα τώρα τον τόπο αυτό με άλλα μάτια. Όλο το νησί ένα ρημαγμένο ντάμι είναι πια για μένα και ξέρω ότι εμείς το κάναμε αυτό. 

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Η δυστοπία είναι εδώ

H Κατερίνα Μαλακατέ έχει ένα σχέδιο. Το σχέδιο της είναι να μας ταράξει με το νέο της βιβλίο, Το Σχέδιο (Εκδόσεις Μελάνι), ένα μυθιστόρημα για μια δυστοπία.





Γιατί η δυστοπική λογοτεχνία είναι τόσο δημοφιλής (τα περισσότερα  βιβλία του είδους μεταφέρονται και στη μεγάλη οθόνη και σπάνε ταμεία); Ίσως επειδή μας κάνει να προβληματιστούμε εκ του ασφαλούς για θέματα τα οποία περιγράφονται μεν ρεαλιστικά, γνωρίζουμε όμως, ότι πρόκειται για φαντασία και πιστεύουμε ότι δεν πρόκειται ποτέ να συμβούν στην πραγματικότητα. Γι αυτό απολαύσαμε τον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο,  το 1984, τη Χώρα των Εσχάτων Πραγμάτων και τόσα άλλα. 
Τι γίνεται όμως όταν ως δυστοπία παρουσιάζεται η χώρα σου και μάλιστα σ΄ ένα όχι μακρινό μέλλον, αλλά στο σήμερα;

Δεν σας κρύβω, ότι μετά από αρκετά πολυδιαφημισμένα μυθιστορήματα, τα οποία με απογοήτευσαν το περασμένο καλοκαίρι, αγόρασα το βιβλίο χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Από τις πρώτες σελίδες όμως, άρχισα να εκπλήσσομαι ευχάριστα, έφτασα χωρίς διακοπή στη σελίδα 160 και συνέχισα την άλλη μέρα μέχρι το τέλος.
Συνέπεσε η ανάγνωσή του με μια συζήτηση που είχαμε με φίλους για το μέλλον της χώρας μας, όπου κάποιος είπε πως οι πολιτικοί μας με τα καμώματά τους  σπρώχνουν στην εξουσία μια συγκεκριμένη ιδεολογία. Κι όσο κι αν η ζοφερή δυστοπία που περιγράφει η συγγραφέας φαντάζει ως μια υπερβολή, αν σκεφτούμε ότι οι λογοτέχνες μέχρι τώρα αποδεικνύονται προφητικοί κι όπως λέει και η ίδια «τα βιβλία, παραδόξως, τα είχαν προβλέψει όλα»,  η Ελλάδα που περιγράφεται στο μυθιστόρημα, δεν μπορεί παρά να μας προβληματίσει:
Μετά το Όχι στο δημοψήφισμα του 2011 και το πραξικόπημα των Πέντε Ημερών μια ιδιότυπη δικτατορία αναλαμβάνει την εξουσία, με επικεφαλής τον Ένα.  Η Αθήνα γίνεται ζούγκλα, δεν υπάρχει ρεύμα, τρεχούμενο νερό και φαγητό… 
Δεν λέω περισσότερα απ’ όσα αναφέρονται στο οπισθόφυλλο για να μη σας το χαλάσω.  

Πέρα όμως από την πλοκή που είναι άκρως ενδιαφέρουσα, μου άρεσε και το παιχνίδι της Μαλακατέ, η οποία βάζει τον κεντρικό ήρωα, έναν συγγραφέα, να στοχάζεται πάνω στη διαδικασία της γραφής, την αγωνία του συγγραφέα μπροστά στο άδειο χαρτί, την έμπνευση, την ευκολία να ξεφύγεις από το επίπονο και να πέσεις  στο πιασιάρικο, για όλο αυτό που με δυο λόγια ονομάζουμε περιπέτεια της γραφής. Η λογοτεχνία και η δύναμή της άλλωστε, βρίσκονται στην καρδιά της υπόθεσης.

Τα δυστοπικά μυθιστορήματα διαβάζονται πολύ κι απ’ τους  έφηβους, ίσως επειδή οι ήρωες παρουσιάζονται εγκλωβισμένοι σε κάποιο αδιέξοδο, απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο να μάχονται για να ξεφύγουν. Έτσι πολλοί έφηβοι ταυτίζονται με τους ήρωες αυτούς, καθώς κι οι ίδιοι αισθάνονται έγκλειστοι στον κόσμο των μεγάλων, χωρίς να ακούγεται η φωνή τους. Έτσι, πολλές ιστορίες του είδους έχουν ήρωες έφηβους, όπως και αγέλες εφήβων.
Και στο βιβλίο της Μαλακατέ  υπάρχει μια έφηβη. Είναι η κόρη του συγγραφέα, η οποία είναι εκείνη που επιφορτίζεται για να φέρει εις πέρας το Σχέδιο, – ή ένα μέρος του - αν και κατά τη γνώμη μου  ο χαρακτήρας της δεν αναπτύσσεται επαρκώς.  Αυτό, βέβαια,  ίσως να γίνεται και σκόπιμα, ώστε η αποστασιοποίησή της να υπηρετεί την πλοκή. 
Από την άλλη πλευρά έχουμε την πατρική φιγούρα του μυθιστορήματος, αυτή του παππού της, η οποία αποτελεί τον άλλο πόλο σε σχέση με τον πραγματικό πατέρα  και είναι αρκετά πειστική.

Πρόκειται για ένα βιβλίο ευρηματικό, με  ανατροπές, το οποίο πέρα από την σχέση του με τα γεγονότα και την πολιτική μιλά και για την έννοια της πατρίδας, αλλά και για τις προσωπικές σχέσεις των γονιών με τα παιδιά τους, για τις σχέσεις του άντρα με τη γυναίκα, για τον υφέρποντα ερωτισμό και τον  πραγματικό έρωτα... Αξίζει να το διαβάσετε.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Μια δεύτερη ανάγνωση

Σήμερα στο μπλογκ γράφει η φιλόλογος Σοφία Πέτσα, η οποία είναι και καλή μου φίλη. Ξαναδιάβασε πρόσφατα την "αστυνομικίνα" κι έγραψε ένα κείμενο. Δεν είναι ακριβώς κριτική, αλλά επειδή μου άρεσε σκέφτηκα, με την άδειά της βέβαια, να το μοιραστώ με τους αναγνώστες του μπλογκ.
Σοφία, σ' ευχαριστώ!


" Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΙΝΑ ΕΙΧΕ ΑΓΓΕΛΟ, Ρέα Σταθοπούλου, Εκδόσεις Ωκεανίδα

Οι σκέψεις που ακολουθούν, μου δημιουργήθηκαν λίγες ημέρες μετά από την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του βιβλίου, αλλά έγιναν γράμμα δύο χρόνια μετά, όταν το ξαναδιάβασα!

Οπωσδήποτε υπάρχουν λογοτέχνες αφοσιωμένοι στο αστυνομικό μυθιστόρημα και εγκλωβισμένοι στην περιπετειώδη πλοκή. H Ρέα Σταθοπούλου δεν ανήκει σε αυτούς.                                                                                                 
                                                                                                                                                                          

Το εξώφυλλο και ο τίτλος του μυθιστορήματος «Η Αστυνομικίνα είχε Άγγελο» μπορεί να παραπέμπουν σε αστυνομικό ανάγνωσμα. Ωστόσο, ο αστυνομικός γρίφος είναι, κατά κάποιο τρόπο, κομπάρσος στο όλο σκηνικό. Ή, καλύτερα, στύλος, γύρω από τον οποίο τυλίγονται τα άλλα θέματα, μέχρι που, σχεδόν, τον σκεπάζουν. Κατά συνέπεια, η πορεία προς την εξιχνίαση του φόνου ούτε επισκιάζει ούτε εκτοπίζει τη σκιαγράφηση των ανθρώπινων τύπων και του κοινωνικού ιστού. Αντίθετα, την αναδεικνύει. Άλλωστε, η συγγραφέας, λόγω της “μαθητείας” της στη σχολική έδρα, ανιχνεύει με επιδεξιότητα, καθόλου επιτηδευμένα ή μελοδραματικά, το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής και των ανθρώπινων σχέσεων, χωρίς να παρασύρεται σε περισπούδαστο, φτιασιδωμένο και πλαστό ύφος, αφ’ υψηλού διδακτικό. Παράλληλα, συνθέτει τον ιστό μιας πολυμορφικής κοινωνίας, η οποία διατηρεί την ικανότητα αυτοκάθαρσης και αυτοΐασης, με επιβράβευση τη βιωσιμότητά της.

Στο μυθιστόρημα αυτό ο φόνος φαίνεται να ωχριά μπρος στα εγκλήματα που διαπράττουν καθημερινά οι ήρωες του έργου “σκοτώνοντας” ο ένας τον άλλον ή πυροβολώντας από μεμψιμοιρία και ηττοπάθεια τον ίδιο τους τον εαυτό. Παρεμπιπτόντως, με φαινομενικά ανώδυνο αλλά καίριο τρόπο, θίγονται τα κακώς κείμενα της διαρθρωτικής οργάνωσης του Ελληνικού Κράτους και η αδυναμία του να διακρίνει τα ουσιώδη, σε μια νευραλγική για την Αθήνα στιγμή, αυτή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, που κατέληξαν σε προδομένο όνειρο για τον Έλληνα. Με τον απόηχο της φωνής του Τύπου, το δημόσιο και το ιδιωτικό κινούνται σε ευθείες παράλληλες, συγκλίνοντας ή τεμνόμενα με κάθε ευκαιρία. Είναι σαφές ότι το μυθιστόρημα είναι μόνο εκ πρώτης όψεως πιο ανάλαφρο από προηγούμενα έργα της συγγραφέως.                                                                                                                                                                                             
Η ευαισθησία της περιγραφής εξηγείται, ίσως, από το γεγονός ότι η λογοτέχνις χειρίζεται και τον χρωστήρα εξίσου καλά με την πένα, και έχει αυξημένη την έμφυτη ή την εκπαιδευμένη παρατηρητικότητα. Δεινή δημιουργός και στην κουζίνα, συνθέτει ευφάνταστη και ελκυστική μυθιστορηματική πλοκή. Παράλληλα, η μουσική της καλλιέργεια της επιτρέπει να αφουγκράζεται τους ήχους και τον παλμό των ανθρώπινων συναισθημάτων.

Όπως οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος αφορούν την κοινωνία «προσωπικά», η προμετωπίδα από το έργο «Η Αγρύπνια», του Δ. Κ. Παπακωνσταντίνου, αφορά προσωπικά καθέναν από εμάς. Και τη Ρέα Σταθοπούλου, φυσικά, η οποία τα τελευταία χρόνια αγωνίζεται σκληρά στον δικό της στίβο, πλάι στον καρκινοπαθή σύντροφό της. Το ζήτημα είναι ποιος θεωρείται καλός ηθοποιός ή καλός λογοτέχνης. Αυτός που υποδύεται ή περιγράφει την πραγματικότητά του;  Ή αυτός που σπάει το φράγμα της και λυτρώνεται από τον καθημερινό του ρόλο μπαίνοντας σε μια άλλη πραγματικότητα, αγγίζοντας, έτσι, περισσότερους συνανθρώπους του και λυτρώνοντας και αυτούς; Η Σταθοπούλου θα μπορούσε να εκφράσει τον εσωτερικό ή εξωτερικό της μικρόκοσμο, που, όπως όλων μας, είναι και ζοφερός, και να μείνει στο μικρό, το περιορισμένο και το απαισιόδοξο. Η ίδια, όμως, γαντζώνεται από το χιούμορ και τον ρεαλισμό (σύμπτωση το ομόηχο του ονόματός της!) και με αυτά πολεμά τη σκοτεινή σκέψη. Έτσι, η προμετωπίδα αντικατοπτρίζει τη φιλοσοφημένη αντιμετώπιση της ζωής, με την έννοια ότι τίποτε δε μας ξαφνιάζει, όλα είναι εν δυνάμει αναμενόμενα και, επιπλέον, μας προκαλούν να τα αντιμετωπίσουμε.     

Η Εύη Κουκλάκι, ως όργανο της τάξης, κρατώντας όπλο βρίσκει την άκρη στο νήμα του φόνου. Στην ιδιωτική της ζωή βγαίνει από τα αδιέξοδα έχοντας όπλο της το γέλιο, αλλά και τον χορό μπροστά στον καθρέφτη. Ο Ζαχαρίας, ο άστεγος καρκινοπαθής, ως εξιλαστήριο θύμα, πληρώνει άλλων αμαρτίες. Πυροβολεί συμβολικά τον εγωκεντρισμό του ως χρόνιου, καταδικασμένου ασθενή και τον μετουσιώνει σε ενσυνείδητο αλτρουισμό. Επωμίζεται, για να τα ενταφιάσει μαζί του, και τη δική μας εγωπάθεια και τα σφάλματά μας και τα εγκλήματα που διαπράττουμε εις βάρος της Φύσης ως άνθρωποι-δράστες. Από την άποψη αυτή, τα όρια ανάμεσα στο μυθιστόρημα αυτό και την ίδια τη ζωή είναι ελαστικά ή και ανύπαρκτα.

Αναμφίβολα, εκείνη που εντοπίζει τους πραγματικούς φονιάδες της καθημερινής πράξης, είναι η ίδια η Ρέα Σταθοπούλου. Μόνο που, με μαεστρία, περνάει το όπλο στον αναγνώστη της, για να τους πυροβολεί εκείνος σε κάθε ευκαιρία:
Get a gun and hold it tight! Στην ανάγκη, στρέψε το και προς τους κακούς δαίμονες που «κουβανείς μες στην ψυχή σου…», όπως λέει και ο Καβάφης!  Και πρώτα απ’ όλα, προς τον φόβο του θανάτου.

Ο Γιώργος Σταθόπουλος, σαν άλλος Ζαχαρίας, gets a gun and holds it tight!                           
Μέχρι το τέλος, όποτε και να έρθει αυτό.

Λένε πως η επιτυχία της αποστολής ενός λογοτεχνήματος μετριέται όχι ανάλογα με αυτό που θέλει να πει ο λογοτέχνης στον αναγνώστη, αλλά με αυτό που, εν τέλει, του είπε.                                           Ας με συγχωρήσει η συγγραφέας και καλή μου φίλη, αν αυτά, τα ανεκτίμητα, που μου είπε, ήταν περισσότερα, λιγότερα ή διαφορετικά από εκείνα που ήθελε να μου πει...   
                                                                                                                               2013
                                                                                       
Γράφει ο Εμπειρίκος:
 «……(οἱ Ἕλληνες)….
πρῶτοι θαρρῶ αὐτοί στόν κόσμον ἐδῶ κάτω
ἔκαναν οἶστρο τῆς ζωῆς τόν φόβο τοῦ θανάτου.»

Ο Γιώργος Σταθόπουλος έκανε οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου, πριν να φύγει από κοντά μας σαν σήμερα, εδώ και δύο ακριβώς χρόνια.
«Μηδένα προ του τέλους μακάριζε», έλεγε ο αρχαίος σοφός.
Ο Γιώργος, ο δικός μας άγγελος, εξακολουθεί να είναι μέσα μας, μακάριος και μετά το τέλος...

                                                                                                             3 Φεβρουαρίου 2016               
                                                                                                                          Σ.Π. "


Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Αυτοκτονία ή Υποταγή;

Έτυχε, αυτές τις μέρες, να διαβάσω δύο βιβλία στο καθένα από τα οποία  ήρωας είναι ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος. 


Το πρώτο (με τη σειρά που τα διάβασα), η Υποταγή (Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, 2015), του Μισέλ Ουελμπέκ, διαδραματίζεται στη Γαλλία και χρονικά τοποθετείται μερικά χρόνια μπροστά από την εποχή μας – το 2022. 
Στο δεύτερο, το Βερονάλ (Μεταίχμιο, 2015), του Τάκη Θεοδωρόπουλου,  τόπος είναι η Ελλάδα και χρόνος οι πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και κυρίως η δεκαετία του 30. Στην Υποταγή , ο ήρωας, ο Φρανσουά, είναι φανταστικό πρόσωπο και διδάσκει λογοτεχνία ως ειδικός στον συγγραφέα Ουισμάνς, ενώ το Βερονάλ  μας μιλά για ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον Ιωάννη Συκουτρή (1901  -1937), φιλόλογο και υφηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιωάννης Συκουτρής
Ιωάννης Συκουτρής (1901  -1937)
Πέρα από το επάγγελμα,  υπάρχουν και κάποια άλλα κοινά στοιχεία στους δύο ήρωες:
Είναι η μοναξιά οι περιστασιακές σεξουαλικές σχέσεις με τις φοιτήτριες, αλλά και με πόρνες, του Φρανσουά, οι πλατωνικές, πνευματικές και με λανθάνοντα «ανομολόγητο ερωτισμό» σχέσεις με τις μαθήτριες, τις «αγαπημένες»,  του Συκουτρή. Είναι ο φόβος του ανδρισμού που χάνεται στον Γάλλο, είναι η αίσθηση του ανεκπλήρωτου στον Έλληνα. Πάνω απ’ όλα είναι ο «έρως θανάτου» για τον αυτόχειρα Συκουτρή, καθώς και η κατάθλιψη που κυριεύει τον Φρανσουά  και τον κάνει να νοιώθει πως «οδεύει προς την αυτοκτονία».

 Στη Γαλλία της  Υποταγής η Μαρί Λεπέν και  το κόμμα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας είναι οι διεκδικητές της εξουσίας κι όταν το Σοσιαλιστικό Κόμμα συμμαχεί με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, το Ισλάμ αλλάζει τα πάντα στη χώρα. Τα πάντα, είναι ίσως μεγάλη κουβέντα, εκείνο που ενδιαφέρει κυρίως τον ηγέτη της Αδελφότητας είναι η παιδεία. (Σας λέει κάτι αυτό;) Έτσι, στα Πανεπιστήμια γίνονται σαρωτικές αλλαγές, οι καθηγητές παύονται και όσοι επαναπροσλαμβάνονται – αποκλείονται οι γυναίκες -  πρέπει να ασπασθούν το Ισλάμ.
Επειδή στηρίζεται πάνω σ’ αυτή την ιδέα, το μυθιστόρημα του Ουελμπέκ θεωρήθηκε πολιτικό έως και προφητικό, καθώς η κυκλοφορία του συνέπεσε και με τις επιθέσεις κατά του Charlie Hebdo.
Πέρα πάντως από την πολιτική, η οποία φαίνεται να κυριαρχεί, στο βιβλίο διακρίνει κανείς κι άλλες ανησυχίες. 
Επειδή ο συγγραφέας με τον οποίο ασχολείται ο Φρανσουά, ο Ουισμάνς,  μου ήταν παντελώς άγνωστος -ενώ στο ελληνικό μυθιστόρημα το αντικείμενο του πρωταγωνιστή, οι κλασσικοί συγγραφείς,  μου είναι οικείο  - έκανα ένα γρήγορο διαδικτυακό ψάξιμο. Βρήκα λοιπόν, πως ο Ουισμάνς (Joris-Karl Huysmans) συνδέεται με το Κίνημα της Παρακμής (Decadent Movement) στη λογοτεχνία και η παρακμή, η αποσάθρωση, η φθορά είναι κάτι που απασχολεί τον Ουελμπέκ, αν θυμηθούμε και τον ήρωά του στο  Ο χάρτης και η επικράτεια.
Αποτέλεσμα εικόνας για joris karl huysmans
Joris-Karl Huysmans

Εδώ είναι η παρακμή της δυτικής κοινωνίας, του πολιτισμού μας,  που τον απασχολεί κι ο ήρωας του, ο οποίος παρακμάζει κι αυτός ανάμεσα σε περιστασιακούς έρωτες και έτοιμα γεύματα για φούρνο μικροκυμάτων, αναζητεί τη σωτηρία στη θρησκεία, στον καθολικισμό ή το Ισλάμ. Η θρησκεία είναι ένας άλλος άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται η αφήγηση στην Υποταγή και βοηθά τον δαιμόνιο Ουελμπέκ να παίξει με τις καλά κρυμμένες φοβίες μας..

Αποτέλεσμα εικόνας για μισελ ουελμπεκ
 Μισέλ Ουελμπέκ

Για την παρακμή του ελληνικού Πανεπιστημίου παραπονιέται κι ο Συκουτρής, αλλά η λύση γι αυτόν είναι η αναβάθμιση της κλασσικής παιδείας, των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Υποστηρίζει με πάθος πως οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι έμειναν παγιδευμένοι στο γράμμα – στο συντακτικό και τη γραμματική – των κειμένων και δεν επεξεργάστηκαν δημιουργικά το πνεύμα του αρχαίου πολιτισμού. Κατηγορεί τους καθηγητές για έλλειψη κριτικού πνεύματος και «απαθή προσήλωση εις την ρουτίναν» ακριβώς όπως ο Φρανσουά απορεί με την απάθεια των Γάλλων διανοουμένων στις κοσμογονικές αλλαγές που συμβαίνουν στην πατρίδα τους και θυμίζοντας την ποίηση του  Ιωάννη Π.Γ. Ιωαννίδη  :

«…τα νύχια των συνέδρων μεγαλώνουν με ορατές εναποθέσεις ασβεστίου΄
Άλλοι κοιτάνε τα παπούτσια τους στα πίσω καθίσματα
Ανίκανοι να αντιδράσουν
Ανίκανοι να μιλήσουν
Ανίκανοι έστω να παραδεχτούν ότι δεν μπορούν να μιλήσουν
Τα ίδια καθίσματα όπως πριν τριάντα χρόνια
Τα ίδια καθίσματα όπως θα είναι μετά από τριάντα χρόνια…»
Τοκάτα για την κόρη με το καμένο πρόσωπο, ΚΕΔΡΟΣ, 2012)

μας οδηγεί στην πικρή διαπίστωση πως είτε στη Γαλλία είτε στην Ελλάδα, είτε στο παρόν, στο παρελθόν ή στο μέλλον οι διδάσκοντες στα Πανεπιστήμια περί άλλα τυρβάζουν και δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο ρόλο τους.
Φυσικά, απαξιώνοντας το πανεπιστημιακό κατεστημένο, ο Συκουτρής αποκτά πολλούς ισχυρούς εχθρούς, οι οποίοι τον περιμένουν στη γωνία, και μόλις τον βρίσκουν ευάλωτο πέφτουν πάνω του. Έτσι ο οραματιστής οδηγείται στην αυτοχειρία χωρίς καν να του δοθεί η ευκαιρία να επιλέξει μια νέα, δεύτερη ζωή, όπως αυτή που προσφέρεται στον Γάλλο.
Δύο βιβλία που αξίζει να διαβαστούν, το καθένα για διαφορετικούς λόγους.

Αποτέλεσμα εικόνας για τάκης θεοδωρόπουλος
Τάκης Θεοδωρόπουλος

Ένας λόγος παραπάνω για το Βερονάλ, είναι τα ωραία, άψογα Ελληνικά του Τάκη Θεοδωρόπουλου. Κάθε λέξη  ζυγιασμένη με ακρίβεια,  τοποθετημένη εκεί που πρέπει, τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν λείπει. Τίποτα δεν καταστρέφει την απόλαυση που μας προσφέρει ο χειρισμός της γλώσσας από τον συγγραφέα. Στον τομέα αυτό η Υποταγή θα έλεγα ότι χωλαίνει.